2016.07.10

Ζήτημα αξιοπιστίας

Ένα από τα μεγάλα προβλήματα στο ελληνικό επιχειρείν είναι αυτό της αξιοπιστίας. Συχνά, κατηγορούμαστε, ως λαός, πως αποφεύγουμε το ρίσκο, πως είμαστε καχύποπτοι και συντηρητικοί στις ενέργειες, τα πλάνα, την γενικότερη δραστηριότητά μας. Και σε έναν μεγάλο βαθμό είναι αλήθεια.

Υπάρχουν όμως και αρκετοί λόγοι που συμβαίνει αυτό: η ελληνική πραγματικότητα είναι γεμάτη από περιπτώσεις που απογοητεύουν και χαρακτηρίζονται από επιπολαιότητα, πλήρη αδιαφορία για την φήμη ή την εμπιστοσύνη που εμπνέει κανείς, περιπτώσεις ‘αρπαχτής’ από τον πιο μικρό επαγγελματία που θα σου πουλήσει ένα ελαττωματικό προϊόν εν γνώσει του και θα αρνηθεί την ευθύνη, μέχρι την μεγάλη επιχείρηση που θα παραβεί βασικούς κανόνες μιας συμφωνίας ή δεν θα πληρώσει για υπηρεσίες και αγαθά που αγόρασε. Δεν είναι όμως όλοι έτσι και μερικές φορές εμφανίζονται εγχειρήματα που επιδεικνύουν καινοτομία και υπόσχονται πρόοδο και αλλαγή, παρά τις αντίξοες συνθήκες. Και σε αυτό το άρθρο θα ήθελα να ασχοληθώ με ένα από αυτά, μια εταιρία που έχει συγκεντρώσει εντελώς αντιφατικές απόψεις γι’αυτήν και που έχει επιτύχει σημαντικά στην αγορά, αλλά παράλληλα, κατά τη γνώμη μου, έχει κάνει και εξακολουθεί να κάνει πολύ σημαντικά λάθη που ίσως της κοστίσουν περισσότερο απ’ότι νομίζει.

Η περίπτωση της Viva

Την εταιρία Viva την παρακολουθώ πολλά χρόνια και είχα την χαρά να γνωρίσω και την βασική ομάδα των ιδρυτών της, με τους οποίους έχω μιλήσει πολλάκις. Είναι άνθρωποι έξυπνοι, που δουλεύουν πολύ και παρά τις συνθήκες κατάφεραν να στήσουν μια πολύ δυναμική εταιρία με παρουσία σε πολλές ‘αγορές’: αυτή της μουσικής, του τουρισμού, των τηλεπικοινωνιών, των εισιτηρίων για θεάματα και, πρόσφατα, των πληρωμών.

Προ αρκετών ετών, στο ξεκίνημά τους στον χώρο των τηλεπικοινωνιών, την επέλεξα τόσο για προσωπικούς όσο και για τους εταιρικούς αριθμούς της Cosmical, καθώς είχε εξαιρετική ποιότητα υπηρεσιών, καλοστημένη υπηρεσία και πολύ ανταγωνιστικές τιμές. Προφανώς η αγορά των αριθμών και υπηρεσιών SIP/VoIP σταδιακά έπαψαν να είναι βασικό αντικείμενο της εταιρίας και έτσι στις 28 Ιανουαρίου 2015 (πριν από περίπου ενάμιση χρόνο) κάποιος στην διοίκηση της εταιρίας επέλεξε να αυξήσει τις τιμές της 3 φορές (300%). Αυτό δεν το έπραξε όμως δίνοντας προειδοποίηση ούτε εξηγώντας τον λόγο που αύξησε τις τιμές, δεν έβγαλε κάποια ανακοίνωση που να δικαιολογεί την αύξηση (π.χ. λόγω αύξησης του δικού της κόστους), αλλά απλά δημοσίευσε τον ‘νέο τιμοκατάλογο’. Η απρόσμενη, ξαφνική, αδικαιολόγητη και τεράστια αύξηση προκάλεσε την αντίδραση αρκετών πελατών της (βλ. για παράδειγμα ένα από τα σχετικά threads στο adslgr.com).

Μια τέτοια ενέργεια, που δεν συνοδεύεται από μια πολύ καλή και πειστική εξήγηση δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως καλή πρακτική, αλλά είτε ως λάθος ή — για τους λιγότερο καλοπροαίρετους — πιθανόν μια προμελετημένη κίνηση σταδιακής απομάκρυνσης από μια αγορά στην οποία η εταιρία μάλλον δεν βλέπει μελλοντικά κέρδη. Είναι προφανώς δικαίωμα της κάθε εταιρίας να ορίζει τις τιμές των υπηρεσιών της όπως επιθυμεί (εφόσον το νομικό πλαίσιο του κλάδου/τομέα της το επιτρέπει), όμως αμφιβάλλω για το πόσο έξυπνο είναι αυτό: όταν παρέχεις μια μόνιμη, σταθερή υπηρεσία στην οποία βασίζονται οι πελάτες σου σε βάθος χρόνου, σε αντίθεση με μια ‘βραχυχρόνια’ (ή ακόμη και στιγμιαία) υπηρεσία, όπως π.χ. η πώληση ενός εισιτηρίου, είναι σημαντικό να διατηρείς την φήμη, την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη που σου έχουν οι πελάτες σου, αποφεύγοντας τις δυσάρεστες εκπλήξεις, ή τέλος πάντων κάνοντας την υπηρεσία όσο πιο προβλέψιμη γίνεται. Θα μπορούσε να πει κανείς πως οι τηλεπικοινωνίες είναι μια τέτοια υπηρεσία.

Ιστορικά όμως μια άλλη υπηρεσία είναι αυτή που εξ’ορισμού εδράζεται στην εμπιστοσύνη: η τραπεζική. Μια τράπεζα, στις ημέρες μας ειδικά, δεν εμπορεύεται χρήμα — αυτό μάλλον της λείπει. Κυρίως εμπορεύεται εμπιστοσύνη. Απορώ λοιπόν, ελλείψει όχι απλώς πειστικής αλλά οποιασδήποτε εξήγησης από την πλευρά της Viva, με ποιό κριτήριο αυξήθηκαν οι τιμές σε μια υπηρεσία της — αυτήν των υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών — με έναν τόσο άκομψο και δυσάρεστο τρόπο που προδίδει την εμπιστοσύνη των πελατών της, που καταστρέφει την αξιοπιστία της στην αγορά ως ένας σταθερός και σοβαρός πάροχος υπηρεσιών, όταν η ίδια εταιρία προσπαθεί με νύχια και με δόντια να αποδείξει την αξία της σε έναν χώρο όπου η εμπιστοσύνη είναι ο πιό βασικός παράγοντας και ταυτόχρονα υπάρχει τεράστιο έλλειμμα αυτής από τους συστημικούς παίκτες τους οποίους καλείται να ανταγωνιστεί. Αν μη τι άλλο εγώ θα έκανα ό,τι μπορούσα για να αυξήσω την εικόνα της εταιρίας ως σοβαρή και να εμπεδώσω στο μυαλό των καταναλωτών (αλλά πρωτίστως των επαγγελματιών) στους οποίους απευθύνομαι την απόλυτη και ακλόνητη πεποίθησή μου να γίνω και να παραμείνω ένας σταθερός και αξιόπιστος συνεργάτης και όχι μια εταιρία που συνηθίζει να ‘ανοίγεται’ σε νέους κλάδους για μερικά χρόνια, ‘πηδώντας’ από τον ένα στον άλλο σε αναζήτηση γρήγορου και μεγάλου κέρδους.

Κι εδώ ερχόμαστε στο ζητούμενο. Με την οικονομία σε κρίση και τις σαθρές συνθήκες που μας έφτασαν εδώ, κατά πολλούς οι τράπεζες είναι εντελώς ανεπαρκείς για την σύγχρονη οικονομία, αρκούμενες στο να αναμασάνε διεθνή buzzwords τύπου ‘fintech’ και να σπαταλούν εκατομμύρια σε εξαιρετικά κακά προγράμματα επιβράβευσης, κιτς διαφημίσεις και εφήμερες αναλαμπές επιφανειακού εκσυγχρονισμού (βλ. ο μαραθώνιος των POS), ενώ παράλληλα συνεχίζουν να προσφέρουν εξαιρετικά λίγα σε μια οικονομία και κοινωνία που καταρρέει, αφιερώνοντας τεράστιο μέρος του χρόνου και των πόρων τους στον (είμαι βέβαιος πολύ δυσάρεστο) χώρο των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων. Και αυτό νομίζω συνοπτικά εξηγεί γιατί η Viva, και η κάθε αντίστοιχη εταιρία που επενδύει και μπαίνει σε αυτόν τον χώρο, με σαφώς μεγαλύτερη δυναμική καινοτομίας και ανανέωσης από τους υφιστάμενους παίκτες, θα έπρεπε να έχει ως πρωτεύουσα μέριμνα της την ενίσχυση εικόνα της ως αξιόπιστο συνεργάτη, τόσο των καταναλωτών όσο και των επαγγελματιών. Και αυτό σημαίνει όχι απλά να προσφέρει καινοτόμες υπηρεσίες αλλά να προσφέρει όσο το δυνατόν μεγαλύτερες εγγυήσεις και να προβάλλει την εικόνα της ακλόνητης σταθερότητας και εμπιστοσύνης.

Αυτό δεν συνάδει με μια εταιρία που, χωρίς προειδοποίηση, εν μια νυκτί, τριπλασιάζει τις τιμές της στις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών (και που, γενικότερα, έχει αφήσει να παρακμάζουν καθώς μάλλον δεν της ‘βγάζουν’ πλέον αρκετά χρήματα για να ασχοληθεί). Ή, για παράδειγμα — τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα — που αναγκάζει τους πελάτες της είτε να χρησιμοποιούν το ‘πορτοφόλι’ της ή να πληρώνουν 3 ευρώ επιπλέον προμήθεια (που αν και μάλλον νόμιμο, δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για τις προθέσεις της εταιρίας), ή που ζητά ‘φιλοδώρημα’ από τον καταναλωτή κατά την αγορά εισιτηρίων (που σίγουρα υπολείπεται της απαραίτητης σοβαρότητας). Σίγουρα τα παραπάνω, ανεξάρτητα από το εάν υπάρχει εμπορικό, νομικό ή όποιο άλλο έρεισμα γι’αυτά, δεν δίνουν την εικόνα ενός αξιόπιστου, σταθερού συνεργάτη, ενός σοβαρού νέου παίκτη που δεν ζητά απλώς την προσοχή σου για 5′ και €20 στα πλαίσια της πώλησης ενός εισιτηρίου συναυλίας ή θεάτρου, αλλά ζητά και προσπαθεί να κερδίσει την εμπιστοσύνη σου για πολλά χρόνια και πιθανόν το μεγάλυτερο μέρος των εσόδων που θα έχεις αυτά τα χρόνια για να σου προσφέρει υπηρεσίες εκκαθάρισης ηλεκτρονικών πληρωμών. Και μπορεί ίσως ένας καταναλωτής εύκολα να συγχωρήσει την παραπάνω επιπολαιότητα και έλλειψη σοβαρότητας, αλλά φοβάμαι πως οι επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες δεν θα τα συγχωρήσουν τόσο εύκολα.

Και είναι κρίμα, γιατί από πολλές απόψεις η Viva είναι μια από τις λίγες εταιρίες που πραγματικά έχουν καινοτομήσει στην Ελλάδα στον χώρο του ηλεκτρονικού επιχειρείν τα τελευταία χρόνια, με μεγάλη δυναμική και μέγεθος που θα μπορούσε, με σωστή εκτέλεση, να φέρει μεγάλες αλλαγές και πιστεύω πως χρειαζόμαστε τέτοια εγχειρήματα – που όμως για να επιτύχουν σε βάθος χρόνου θα πρέπει να πείθουν ακόμη και τον πιο σκεπτικό και επιφυλακτικό παρατηρητή. Όχι μόνον για την καινοτομία τους — και όσα αυτή επιφέρει — αλλά για την αξιοπιστία τους, την διάρκεια και την σταθερότητά τους. Αυτό, για εμένα, είναι το βασικό πρόβλημα της Viva, και πολλών άλλων εταιριών στην Ελλάδα, σήμερα και αυτό που θα ήθελα να δω να αλλάζει.

comments

2015.05.01

Η Ώρα του Ηλίου

solarpanels

1η Μαΐου. Ο ήλιος λάμπει στην Αθήνα, κι’όμως η διάχυτη κατήφεια τείνει να χρονίσει στην ελληνική πρωτεύουσα. Προϊόν δεκαετιών οικονομικής εξάρτησης και δανεικών, ψευδούς ευφορίας, παράλογων προσδοκιών και απαιτήσεων, κάκιστης διαχείρισης και αδιαφορίας σε συνδυασμό με ένα παγκόσμιο οικονομικό σύστημα που πλέον στερείται οποιασδήποτε ηθικής ή λογικής βάσης, δύσκολα θα μπορούσαν να είχαν διαφορετικό αποτέλεσμα. Στα χρόνια της αλόγιστης οικονομικής μέθης στην Ελλάδα, της εννιαετίας 2000 – 2009, η κυβέρνηση Καραμανλή είχε επιχειρήσει (αποτυχημένα) μια πρώιμη απελευθέρωση της παραγωγής και διάθεσης του ηλεκτρικού ρεύματος, ταυτόχρονα με την επιδότηση και ενίσχυση όσων ήθελαν να επενδύσουν σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ).

Εκείνη την εποχή, οι ΑΠΕ για τους περισσότερους είχαν μια ιδιαίτερα ελαφρά σημασία. Το ευρύ κοινό τις αντιμετώπιζε σαν ένα οικολογικό ανέκδοτο, ένα πολιτικό παιχνίδι, μια ανούσια παρένθεση, έναν ακόμη ‘τρόπο να φάνε κάποιοι λεφτά’ κ.ο.κ. Κάποιοι άλλοι, διακρίνοντας την οικονομική ευκαιρία, τις είδαν απλά σαν ένα επενδυτικό όχημα που θα τους απέφερε περισσότερα από άλλα, “με την εγγύηση του δημοσίου” και του ηλίου ή του ανέμου.
»

comments

2014.05.04

Υπερίων & η αγορά της Ευρυζωνικότητας

Ξαναγυρίζω σε ένα θέμα για το οποίο έχω γράψει αρκετά. Προ μερικών ετών, σε ένα άρθρο μου έγραφα για το ΣΑΠΕΣ, πλέον Υπερίων, το σύστημα της ΕΕΤΤ για την καταγραφή της πραγματικής ταχύτητας σύνδεσης ανα την ελληνική επικράτεια.

Η ιδέα είναι πολύ απλή: γράφεσαι με το email σου και πραγματοποιείς, μέσω του δικτυακού τόπου του Υπερίων, μετρήσεις της ταχύτητάς της σύνδεσής σου. Προφανώς η υπηρεσία είναι δωρεάν, όμως και φοβερά χρήσιμη, τόσο για την ΕΕΤΤ, που εν γένει έχει συμβολικό ρόλο στην Ελλάδα, αν κρίνουμε από τα χάλια της ευρυζωνικής συνδεσιμότητας όχι μόνον της χώρας εν γένει αλλά και κεντρικών γειτονιών της πρωτεύουσας της, αλλά και για τον ευρύτερο πληθυσμό.

Δυστυχώς μέχρι σήμερα ελάχιστοι άνθρωποι έχουν μπεί στον κόπο να αξιοποιήσουν την υπηρεσία για να καταγράψουν την ταχύτητα της σύνδεσής τους. Φαντάζομαι πως οι περισσότεροι από αυτούς (α) δεν έχουν ιδέα για την υπηρεσία, αλλά και να είχαν (β) σιγά μην κάθονταν να κάνουν περιοδικά μετρήσεις. Μια λύση θα ήταν η υποχρέωση από την ΕΕΤΤ στους παρόχους να συνοδεύουν τα αρχικά έγγραφα μιας συνδρομής (και τον εξοπλισμό) με κάποιο ενημερωτικό φυλλάδιο που θα παρώτρυνε τους πελάτες τους να χρησιμοποιήσουν το σύστημα για να μετρήσουν την ταχύτητα της σύνδεσής τους. Φυσικά οι πάροχοι κάτι τέτοιο δεν θα το ήθελαν και φυσικά αυτό θα έλυνε ίσως εν μέρει το (α) αλλά όχι το (β).
»

comments

2014.04.23

geodata.gov.gr: Στις ‘ελληνικές καλένδες’ των Δημόσιων Δεδομένων

Πριν από περίπου τέσσερα χρόνια υπέπεσε στην αντίληψή μου το geodata.gov.gr. Ήταν ένα από τα οράματα του τότε Πρωθυπουργού, για μια Ελλάδα τεχνολογικά ανεπτυγμένη, κοινωνικά δίκαιη, δημοσιονομικά εύρυθμη κλπ. Το geodata.gov.gr ήταν (αναφέρομαι εκούσια και επιτηδευμένα σε παρελθοντικό χρόνο) ένα portal δημόσιας γεωγραφικής πληροφορίας που στόχο είχε να συσσωρεύσει δημόσια πληροφορία και να την διαθέσει στο κοινό, συχνά κάτω από όρους ευνοϊκούς τόσο για προσωπική όσο και για ερευνητική ή εμπορική χρήση.

Ταυτόχρονα με το geodata.gov.gr έγινε αισθητή και η κρίση και το (αφελές) όραμα του τότε Πρωθυπουργού μετασχηματίστηκε σε έναν (έμπρακτο) οικονομικό, πολιτικό και, εν τέλει, κοινωνικό εφιάλτη από τον οποίο ακόμη δεν έχουμε ξυπνήσει. Η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας μιας ενημερωμένης, πλούσιας βάσης γεωχωρικών δημόσιων δεδομένων σύντομα άρχισε να δείχνει την ηλικία της. Μέχρι το φθινόπωρο του 2011, όταν διατέθηκαν τα δεδομένα του δικτύου του ΟΑΣΑ, η παρακμή ήταν ήδη εμφανής: τα περισσότερα από τα στοιχεία του geodata.gov.gr ήταν ήδη παρωχημένα, ενώ τα μόλις ανακοινωθέντα δεδομένα του ΟΑΣΑ, που διατέθηκαν βάσει του προτύπου GTFS που σχεδιάσε και χρησιμοποιεί η Google για να προσφέρει λειτουργίες πλοήγησης σε δίκτυα ΜΜΜ ήταν τόσο προβληματικά που ο Phil Stubbings, ένας βρετανός μηχανικός λογισμικού που κατοικούσε εκείνη την εποχή στην Αθήνα και είχε δημιουργήσει, μετά από πολύ κόπο και μεράκι, το zee.gr, ένα φανταστικό project καταγραφής και κωδικοποίησης του δικτύου των ΜΜΜ στην Αθήνα με σκοπό την δημιουργία ενός διαδικτυακού journey planner, έγραφε στο FAQ του zee.gr:

The data however contained many errors, for example buses traveling at the speed of light, missing and corrupt trips and incorrect ordering of stops. For this reason, I have corrected many schedules, added/removed routes and in combination with my initial data-set, effectively have a distinct set of transit data. I believe that OASA (and soon OAS.TH) will provide an updated feed. If interested, keep checking here for updates.

Δυστυχώς, η πίστη του Phil στην Ελληνική κυβέρνηση μάλλον τον πρόδωσε. Παρ’ότι ο ΟΑΣΑ ανανέωσε τον περασμένο Δεκέμβριο τα δρομολόγια (ομολογώ πως δεν έχω ελέγξει την ποιότητα των νέων δρομολογίων για να μπορώ να κρίνω αν είναι καλύτερα από τα παλαιότερα που αναφέρει ο Phil παραπάνω) οι στάσεις και το γενικότερο δίκτυο του οργανισμού παραμένει ανενημέρωτο από το 2011. Η ίδια εικόνα επικρατεί στις περισσότερες άλλες κατηγορίες πληροφορίων, με τον αριθμό των ενημερώσεων που έχουν λάβει χώρα στον δικτυακό τόπο τον τελευταίο χρόνο να μετρούν λιγότερες από δέκα.
»

1 comments


» Εκτός κατάταξης

Δεν ξέρω αν θα ήμασταν πάνω από την μεγάλη πλειοψηφία των Αφρικανικών χωρών στο Web Index του Tim Berners Lee, αλλά είμαι βέβαιος πως το γεγονός πως δεν είμαστε πουθενά στην κατάταξη είναι δείγμα της έλλειψης σοβαρότητας, ενδιαφέροντος και αξίας που δίνουμε στην δικτύωσή μας ως χώρα. Αν μη τι άλλο, εν διαμέσω κρίσης, οι επενδύσεις για την βελτίωση των δικτύων ευρυζωνικότητας φαίνεται να έχουν παύσει, οι επιδόσεις των υφιστάμενων συνδέσεων έχουν παγώσει ή χειροτερέψει για πολύ κόσμο και εκεί που η Ευρώπη περνά ταχύτατα σε δίκτυα νέας γενιάς με ευρεία διαθεσιμότητα VDSL2+ και FTTC/FTTB/FTTH εμείς ακόμη συζητούμε για εγκατάσταση περισσότερων mini DSLAMs έτσι ώστε να μην βρίσκεται η μεγάλη πλειοψηφία των συμπολιτών μας καταδικασμένη σε ταχύτητες κάτω των 5-6MBps. Φυσικά, στα μάτια των πολλών, όταν το διακύβευμα είναι η ίδια η επιβίωση, η ευρυζωνικότητα καταντά ένα γραφικό αντικείμενο συζήτησης. Κι’όμως, αν μη τι άλλο, αν η ‘ανταγωνιστικότητα’ της Ελλάδος θέλουμε να σημαίνει κάτι παραπάνω από την εξαθλίωση του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων της, αν ο στόχος μας δεν είναι η εργατική τάξη, η αποδοτικότητα του δημοσίου ή η διαφθορά της Κίνας ή της Ινδίας αλλά αυτές της Σουηδίας ή της Φινλανδίας, τότε η ευρυζωνικότητα θα έπρεπε να θεωρείται μείζον θέμα στους κύκλους των αρμόδιων υπηρεσιών και υπουργείων. Και προφανώς αυτό σημαίνει πως η Ελλάδα — μάλλον — θα έπρεπε να εμφανίζεται στο ευρετήριο του Tim Berners Lee και δη σε θέση που δεν θα μας προκαλούσε συλλογικά κατάθλιψη.

comments


2011.05.13

/ˈpōgrəm/

My generation has been fortunate enough to grow up in a society where the horrors of racial hatred were not the norm but the exception, where the rule of law — despite the rampant, by Scandinavian standards, corruption — prevailed over extremism, mass murder, hate crimes, street mobs and racial violence.

The events that took place this week in Athens are exceptional; not only in their barbarism, not only because they — collectively — in an almost cynical way, showcase all those fragments of fundamentally explosive issues present in hellenic society today (the lack of proper policing, extremism within the police force, the ghettoisation of the historic centre of Athens, rampant crime in some areas of the Hellenic capital, deep and criminally violent racial and nationalist sentiment among people of lesser intelligence, education and integrity), but because they are an embarrassment to all sane, decent Hellenes.

I cannot remember, in living memory, any instance where I felt a distinct similarity between the events happening in Greece to the Nazi Germany pogroms against Jews and communists of the 1930s; not only a sign of a society where the rule of law is totally absent, not only where the state fails to protect its citizens, but one in which the state, be it due to inability/incompetence, tolerance or will, encourages extremism; the near fatal beating of a protester by riot police corroborates the view that the state is, perhaps unwillingly, party to such actions.

With the Hellenic government having lost the support of a large number of people due to the financial crisis and the widespread criticism it faces from all sides of the political spectrum, any tolerance (let alone apparent encouragement by state employees) of extremism can and will most certainly bring about grave consequences for the people of this country, unless the it takes action and bring about justice. Justice that is blind, that doesn’t take sides, that is not a charade.

The police are bound to know by now — even if they didn’t before — of the identities of most of the criminal extremists that chased, attacked and injured immigrants, that destroyed and looted shops belonging to non-Greeks, in yesterday’s pogrom in Athens. Extremists that exploited the brutal murder of a Greek man, on his way to take his wife to the hospital to give birth, by three immigrants a few days earlier. Those people should face justice, in the same way the murderers of the Greek man and the riot policemen who almost killed a person for no reason should (suspending the policemen, as the government did, is no punishment for an act of this gravity).

Justice is a prerequisite to social peace and I’m afraid that — right now — you’d be hard pressed to find it in this country, no matter where you looked. Crime is rampant in parts of Athens, immigrant groups are afraid and persecuted by extremists, racial hatred is brewing and poverty is threatening a vast number of people. When the economy falters, the conditions are ripe for extremism, crime and unrest. It is the government’s job to bring all those responsible for illegal, let alone reprehensible actions to justice, no matter what their nationality, colour, haircut, or creed is, as soon as possible. Anything else risks inciting a cycle of violence and unravel this country’s social cohesion to a level unseen for many decades.

3 comments

2010.09.26

Το θέμα των φαρμακείων.

Τον τελευταίο καιρό συζητείται το ‘άνοιγμα’ των κλειστών επαγγελμάτων. Οι ‘φασαρία’ που έχει προκαλέσει η επαναλαμβανόμενη απεργιακή κινητοποίηση των μεταφορεών, ιδιοκτητών φορτηγών δημοσίας χρήσης και λοιπών επαγγελματιών/επιχειρηματιών του κλάδου μπορεί να έχει, στο μυαλό των περισσοτέρων, ταυτίσει το ‘άνοιγμα’ των κλειστών επαγγελμάτων με αυτήν την κοινωνική/οικονομική ομάδα, όμως τα επαγγέλματα είναι πολλά και ποικίλα και οι κοινωνικές ανάγκες που καλύπτουν εξίσου διαφορετικές.

Ένα από αυτά τα επαγγέλματα είναι οι φαρμακοποιοί. Επέλεξα να γράψω για τους φαρμακοποιούς, αφ’ενός επειδή έχω αρκετούς συγγενείς και φίλους που ιστορικά βρίσκονται στον χώρο και θεωρώ πως γνωρίζω, περισσότερο ίσως από τον μέσο όρο, τις ιδιαιτερότητες του κλάδου, αλλά και επειδή — παρ’ότι συμφωνώ απολύτως με την απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων και θεωρώ πως η Ελλάδα έχει ήδη αργήσει πολύ — θαρρώ πως η απελευθέρωση των επαγγελμάτων δεν είναι σε καμία περίπτωση μια μονοσήμαντη διαδικασία, πως το κάθε επάγγελμα έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες και η όποια κανονιστική ρύθμιση πραγματώνει την απελευθέρωση του οφείλει να τις λάβει υπόψη της (κάτι που σίγουρα εν διαμέσω κρίσης και πανικού δεν πραγματοποιείται στην Ελλάδα του 2010).

Διάβασα στην Καθημερινή το άρθρο ‘Οι τιμές των φαρμάκων‘ του Στέφανου Μάνου. Σε αυτό παραθέτει την συζήτησή του (και τον παραλογισμό) ενός φοιτητή της Φαρμακευτικής, του οποίου η οικογένεια έχει φαρμακείο και πρόκεται να ‘θιχτεί’ από την απελευθέρωση, ως εισαγωγή σε ένα, ως επι το πλείστον αφελές, κείμενο που αντιπαραθέτει ως παράδειγμα προς μίμηση τα περιθώρια κέρδους των φαρμακείων στην Σουηδία. Και παρ’ότι τα παραδείγματα του κ. Μάνου είναι ενδιαφέροντα και εικάζω πως είναι ειλικρινής και πιστεύει αυτά που γράφει, φαίνεται να αγνοεί τι ακριβώς συνεπάγεται το επαγγέλμα των φαρμακοποιών, η αγορά του φαρμάκου, ο τρόπος που δουλεύουν και τι σημαίνει η απελευθέρωσή του.

Τα φαρμακεια σημερα

Με το υπάρχον σύστημα, τα φαρμακεία είναι περιορισμένα ως προς τον τόπο στον οποίο μπορούν να ανοίξουν, βάσει του πληθυσμού του κάθε τόπου αλλά και βάσει της παλαιότητος του φαρμακείου — αυτός πρακτικά είναι ένας τρόπος να εξυπηρετηθούν οι παλαιοί φαρμακοποιοί που σήμερα μπορούν να μεταφέρουν το φαρμακείο τους πρακτικά όπου θέλουν ανά πάσα στιγμή μετά από κάποια χρόνια λειτουργίας. Με αυτόν τον τρόπο πριν ‘πουλήσουν’ την άδειά τους (με σημαντικό κέρδος) μεταφέρουν το φαρμακείο σε ένα πολύ καλό σημείο και το πουλούν ακριβότερα. Αυτή η νομοθετική ρύθμιση καθιστά το φαρμακείο ‘κλειστό’ επάγγελμα, δηλαδή επιβάλλει την ‘αγορά’ μιας υπάρχουσας άδειας από έναν νέο φαρμακοποιό που επιθυμεί να ανοίξει φαρμακείο, καθώς νέες άδειες δεν εκδίδονται (παρά μόνον υπό προϋποθέσεις: βλ. γεωγραφικοί, πληθυσμιακοί περιορισμοί κλπ). Φυσικά κάτι τέτοιο είναι άδικο και καθιστά την απόκτηση άδειας δύσκολη υπόθεση για όσους δεν έχουν τα μεγάλα ποσά που εδώ και χρόνια απαιτούνται για την αγορά τους.
»

21 comments

2010.08.17

Νοσταλγώντας τα €0.85/λίτρο.

Θυμάμαι σαν εχθές τη στιγμή που κατέφθασα στην Πάτρα, τον Ιούνιο του 2005. Είχα μπροστά μου έναν γεμάτο μήνα: μετά από επτά χρόνια διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο, έπρεπε να μαζέψω και να αποστείλλω τα πράγματά μου — ένα ολόκληρο σπίτι — στην Ελλάδα, να χαιρετήσω τους φίλους και γνωστούς μου, να απολαύσω το Λονδίνο μαζί τους, όπως δεν το είχα απολαύσει ποτέ, πριν το αποχαιρετήσω και ξεκινήσω το ταξίδι της επιστροφής.

Το πρατήριο ήταν στην είσοδο της πόλης και η απλή αμόλυβδη βενζίνη μόλις άγγιζε τα €0.85/λίτρο. Το ΦΠΑ είχε μόλις αυξηθεί στο 19% και οι τιμές είχαν ανέβει κάπως, όμως αυτό δεν με πτοούσε. Γνωρίζοντας τι με περίμενε στην άλλη πλευρά του Ιονίου, γέμισα το ρεζερβουάρ. Είχα μπροστά μου λίγο παραπάνω από δυόμιση χιλιάδες χιλιόμετρα (και άλλα τόσα για την επιστροφή) και λιγοστά χρήματα έτσι στόχος ήταν να ελαχιστοποιήσω τα έξοδα όσο γινόταν. Στην Ιταλία και την Γαλλία έβαλα βενζίνη αρκετές φορές — σαφώς περισσότερες από τις στάσεις. Η βενζίνη εκεί ήταν τρομακτικά ακριβότερη: €1.15 ακόμη και €1.25/λίτρο. Εντύπωση μου είχε κάνει η πολύ μικρή διαφορά της τιμής της απλής βενζίνης από την πολύ ακριβότερη σούπερ αμόλυβδη (αυτή των 98 και των 100 οκτανίων): κάποιες φορές είχε νόημα να βάλει κανείς την ακριβότερη βενζίνη καθώς ήταν δεδομένο πως, με τόσο μικρή διαφορά στην τιμή, θα κέρδιζε (σε χιλιόμετρα).

Επιστρέφωντας, έναν μήνα αργότερα, και έχοντας ξοδέψει αρκετά σε βενζίνη — τόσο στην πανάκριβη Βρετανία, όσο και στην υπόλοιπη Ηπειρωτική Ευρώπη — ένιωσα ανακούφιση ανακατεμένη με αηδία οδηγώντας πίσω στους Ελληνικούς δρόμους: είχα επιστρέψει πίσω στο ‘χωριό’ της Ευρώπης που ονομάζουμε Ελλάδα, τη χώρα που η ‘εθνική οδός’ αποτελεί δρόμο μιάμισης λωρίδας, που οι οδηγοί δεν ήξεραν να οδηγούν και που η βενζίνη ήταν φθηνή.

Από τότε μέχρι σήμερα το αυτοκίνητο — όπως και σε πολλούς από εμάς — ήταν και παραμένει αναγκαίο μέσο. Όσο και να το αποφεύγω, όσο και να προτιμώ να χρησιμοποιώ το Μετρό, το ποδήλατο ή να περπατώ στον προορισμό μου (όταν αυτό είναι εφικτό), σε μια χώρα με ελλιπές δίκτυο Μαζικών Μέσων Μεταφοράς, έλλειψη αγωγής και υποδομών (που κάνουν το ειδάλλως εξαιρετικό ποδήλατο ένα εν πολλοίς γραφικό και επικίνδυνο μέσο) το αυτοκίνητο αποτελεί εύκολη και πρακτική λύση.

Πολύ γρήγορα όμως, από τα τέλη του καλοκαιριού του 2005, έγινε σαφές πως η τιμή της βενζίνης είχε πάρει την ανίουσα και με ελάχιστες εξαιρέσεις αποδείχθηκε μονοτονική η τάση της. Μπορεί η τιμή του 1 ευρώ ανά λίτρο να φάνταζε ακριβή το 2006 και το 2007, όμως ‘χρειάστηκε’ η ‘κρίση’ του 2008 και το €1.25/λίτρο εκείνου του Αυγούστου για να γίνει περισσότερο σαφές: το αυτοκίνητο στην Ελλάδα άρχισε να κοστίζει πολύ, όπως τόσα άλλα πράγματα άρχισαν να ‘κοστίζουν’ πολύ. Δύο χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 2010 ζούμε την αμόλυβδη του €1.5. Σε κάποιον βαθμό η αύξηση οφείλεται στην ανάγκη της κυβέρνησης να αυξήσει τα έσοδά της και δεν αντικατοπτρίζει την αγορά: η αύξηση του ΦΠΑ στο 21 και το 23% τον Μάρτιο και τον Ιούλιο, αλλά και οι απανωτές αυξήσεις των έμμεσων φόρων μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαΐου, έφτασαν την βενζίνη να βρίσκεται σχεδόν δυο φορές ακριβότερη απ’ότι ήταν το καλοκαίρι μετά τους Ολυμπιακούς.
»

1 comments

Download Spinalonga's Podsafe rock music for your podcast. From Athens, Greece, with love.'