/ˈpōgrəm/
My generation has been fortunate enough to grow up in a society where the horrors of racial hatred were not the norm but the exception, where the rule of law — despite the rampant, by Scandinavian standards, corruption — prevailed over extremism, mass murder, hate crimes, street mobs and racial violence.
The events that took place this week in Athens are exceptional; not only in their barbarism, not only because they — collectively — in an almost cynical way, showcase all those fragments of fundamentally explosive issues present in hellenic society today (the lack of proper policing, extremism within the police force, the ghettoisation of the historic centre of Athens, rampant crime in some areas of the Hellenic capital, deep and criminally violent racial and nationalist sentiment among people of lesser intelligence, education and integrity), but because they are an embarrassment to all sane, decent Hellenes.
I cannot remember, in living memory, any instance where I felt a distinct similarity between the events happening in Greece to the Nazi Germany pogroms against Jews and communists of the 1930s; not only a sign of a society where the rule of law is totally absent, not only where the state fails to protect its citizens, but one in which the state, be it due to inability/incompetence, tolerance or will, encourages extremism; the near fatal beating of a protester by riot police corroborates the view that the state is, perhaps unwillingly, party to such actions.
With the Hellenic government having lost the support of a large number of people due to the financial crisis and the widespread criticism it faces from all sides of the political spectrum, any tolerance (let alone apparent encouragement by state employees) of extremism can and will most certainly bring about grave consequences for the people of this country, unless the it takes action and bring about justice. Justice that is blind, that doesn’t take sides, that is not a charade.
The police are bound to know by now — even if they didn’t before — of the identities of most of the criminal extremists that chased, attacked and injured immigrants, that destroyed and looted shops belonging to non-Greeks, in yesterday’s pogrom in Athens. Extremists that exploited the brutal murder of a Greek man, on his way to take his wife to the hospital to give birth, by three immigrants a few days earlier. Those people should face justice, in the same way the murderers of the Greek man and the riot policemen who almost killed a person for no reason should (suspending the policemen, as the government did, is no punishment for an act of this gravity).
Justice is a prerequisite to social peace and I’m afraid that — right now — you’d be hard pressed to find it in this country, no matter where you looked. Crime is rampant in parts of Athens, immigrant groups are afraid and persecuted by extremists, racial hatred is brewing and poverty is threatening a vast number of people. When the economy falters, the conditions are ripe for extremism, crime and unrest. It is the government’s job to bring all those responsible for illegal, let alone reprehensible actions to justice, no matter what their nationality, colour, haircut, or creed is, as soon as possible. Anything else risks inciting a cycle of violence and unravel this country’s social cohesion to a level unseen for many decades.
Το θέμα των φαρμακείων.
Τον τελευταίο καιρό συζητείται το ‘άνοιγμα’ των κλειστών επαγγελμάτων. Οι ‘φασαρία’ που έχει προκαλέσει η επαναλαμβανόμενη απεργιακή κινητοποίηση των μεταφορεών, ιδιοκτητών φορτηγών δημοσίας χρήσης και λοιπών επαγγελματιών/επιχειρηματιών του κλάδου μπορεί να έχει, στο μυαλό των περισσοτέρων, ταυτίσει το ‘άνοιγμα’ των κλειστών επαγγελμάτων με αυτήν την κοινωνική/οικονομική ομάδα, όμως τα επαγγέλματα είναι πολλά και ποικίλα και οι κοινωνικές ανάγκες που καλύπτουν εξίσου διαφορετικές.
Ένα από αυτά τα επαγγέλματα είναι οι φαρμακοποιοί. Επέλεξα να γράψω για τους φαρμακοποιούς, αφ’ενός επειδή έχω αρκετούς συγγενείς και φίλους που ιστορικά βρίσκονται στον χώρο και θεωρώ πως γνωρίζω, περισσότερο ίσως από τον μέσο όρο, τις ιδιαιτερότητες του κλάδου, αλλά και επειδή — παρ’ότι συμφωνώ απολύτως με την απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων και θεωρώ πως η Ελλάδα έχει ήδη αργήσει πολύ — θαρρώ πως η απελευθέρωση των επαγγελμάτων δεν είναι σε καμία περίπτωση μια μονοσήμαντη διαδικασία, πως το κάθε επάγγελμα έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες και η όποια κανονιστική ρύθμιση πραγματώνει την απελευθέρωση του οφείλει να τις λάβει υπόψη της (κάτι που σίγουρα εν διαμέσω κρίσης και πανικού δεν πραγματοποιείται στην Ελλάδα του 2010).
Διάβασα στην Καθημερινή το άρθρο ‘Οι τιμές των φαρμάκων‘ του Στέφανου Μάνου. Σε αυτό παραθέτει την συζήτησή του (και τον παραλογισμό) ενός φοιτητή της Φαρμακευτικής, του οποίου η οικογένεια έχει φαρμακείο και πρόκεται να ‘θιχτεί’ από την απελευθέρωση, ως εισαγωγή σε ένα, ως επι το πλείστον αφελές, κείμενο που αντιπαραθέτει ως παράδειγμα προς μίμηση τα περιθώρια κέρδους των φαρμακείων στην Σουηδία. Και παρ’ότι τα παραδείγματα του κ. Μάνου είναι ενδιαφέροντα και εικάζω πως είναι ειλικρινής και πιστεύει αυτά που γράφει, φαίνεται να αγνοεί τι ακριβώς συνεπάγεται το επαγγέλμα των φαρμακοποιών, η αγορά του φαρμάκου, ο τρόπος που δουλεύουν και τι σημαίνει η απελευθέρωσή του.
Τα φαρμακεια σημερα
Με το υπάρχον σύστημα, τα φαρμακεία είναι περιορισμένα ως προς τον τόπο στον οποίο μπορούν να ανοίξουν, βάσει του πληθυσμού του κάθε τόπου αλλά και βάσει της παλαιότητος του φαρμακείου — αυτός πρακτικά είναι ένας τρόπος να εξυπηρετηθούν οι παλαιοί φαρμακοποιοί που σήμερα μπορούν να μεταφέρουν το φαρμακείο τους πρακτικά όπου θέλουν ανά πάσα στιγμή μετά από κάποια χρόνια λειτουργίας. Με αυτόν τον τρόπο πριν ‘πουλήσουν’ την άδειά τους (με σημαντικό κέρδος) μεταφέρουν το φαρμακείο σε ένα πολύ καλό σημείο και το πουλούν ακριβότερα. Αυτή η νομοθετική ρύθμιση καθιστά το φαρμακείο ‘κλειστό’ επάγγελμα, δηλαδή επιβάλλει την ‘αγορά’ μιας υπάρχουσας άδειας από έναν νέο φαρμακοποιό που επιθυμεί να ανοίξει φαρμακείο, καθώς νέες άδειες δεν εκδίδονται (παρά μόνον υπό προϋποθέσεις: βλ. γεωγραφικοί, πληθυσμιακοί περιορισμοί κλπ). Φυσικά κάτι τέτοιο είναι άδικο και καθιστά την απόκτηση άδειας δύσκολη υπόθεση για όσους δεν έχουν τα μεγάλα ποσά που εδώ και χρόνια απαιτούνται για την αγορά τους.
»
Νοσταλγώντας τα €0.85/λίτρο.
Θυμάμαι σαν εχθές τη στιγμή που κατέφθασα στην Πάτρα, τον Ιούνιο του 2005. Είχα μπροστά μου έναν γεμάτο μήνα: μετά από επτά χρόνια διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο, έπρεπε να μαζέψω και να αποστείλλω τα πράγματά μου — ένα ολόκληρο σπίτι — στην Ελλάδα, να χαιρετήσω τους φίλους και γνωστούς μου, να απολαύσω το Λονδίνο μαζί τους, όπως δεν το είχα απολαύσει ποτέ, πριν το αποχαιρετήσω και ξεκινήσω το ταξίδι της επιστροφής.
Το πρατήριο ήταν στην είσοδο της πόλης και η απλή αμόλυβδη βενζίνη μόλις άγγιζε τα €0.85/λίτρο. Το ΦΠΑ είχε μόλις αυξηθεί στο 19% και οι τιμές είχαν ανέβει κάπως, όμως αυτό δεν με πτοούσε. Γνωρίζοντας τι με περίμενε στην άλλη πλευρά του Ιονίου, γέμισα το ρεζερβουάρ. Είχα μπροστά μου λίγο παραπάνω από δυόμιση χιλιάδες χιλιόμετρα (και άλλα τόσα για την επιστροφή) και λιγοστά χρήματα έτσι στόχος ήταν να ελαχιστοποιήσω τα έξοδα όσο γινόταν. Στην Ιταλία και την Γαλλία έβαλα βενζίνη αρκετές φορές — σαφώς περισσότερες από τις στάσεις. Η βενζίνη εκεί ήταν τρομακτικά ακριβότερη: €1.15 ακόμη και €1.25/λίτρο. Εντύπωση μου είχε κάνει η πολύ μικρή διαφορά της τιμής της απλής βενζίνης από την πολύ ακριβότερη σούπερ αμόλυβδη (αυτή των 98 και των 100 οκτανίων): κάποιες φορές είχε νόημα να βάλει κανείς την ακριβότερη βενζίνη καθώς ήταν δεδομένο πως, με τόσο μικρή διαφορά στην τιμή, θα κέρδιζε (σε χιλιόμετρα).
Επιστρέφωντας, έναν μήνα αργότερα, και έχοντας ξοδέψει αρκετά σε βενζίνη — τόσο στην πανάκριβη Βρετανία, όσο και στην υπόλοιπη Ηπειρωτική Ευρώπη — ένιωσα ανακούφιση ανακατεμένη με αηδία οδηγώντας πίσω στους Ελληνικούς δρόμους: είχα επιστρέψει πίσω στο ‘χωριό’ της Ευρώπης που ονομάζουμε Ελλάδα, τη χώρα που η ‘εθνική οδός’ αποτελεί δρόμο μιάμισης λωρίδας, που οι οδηγοί δεν ήξεραν να οδηγούν και που η βενζίνη ήταν φθηνή.
Από τότε μέχρι σήμερα το αυτοκίνητο — όπως και σε πολλούς από εμάς — ήταν και παραμένει αναγκαίο μέσο. Όσο και να το αποφεύγω, όσο και να προτιμώ να χρησιμοποιώ το Μετρό, το ποδήλατο ή να περπατώ στον προορισμό μου (όταν αυτό είναι εφικτό), σε μια χώρα με ελλιπές δίκτυο Μαζικών Μέσων Μεταφοράς, έλλειψη αγωγής και υποδομών (που κάνουν το ειδάλλως εξαιρετικό ποδήλατο ένα εν πολλοίς γραφικό και επικίνδυνο μέσο) το αυτοκίνητο αποτελεί εύκολη και πρακτική λύση.
Πολύ γρήγορα όμως, από τα τέλη του καλοκαιριού του 2005, έγινε σαφές πως η τιμή της βενζίνης είχε πάρει την ανίουσα και με ελάχιστες εξαιρέσεις αποδείχθηκε μονοτονική η τάση της. Μπορεί η τιμή του 1 ευρώ ανά λίτρο να φάνταζε ακριβή το 2006 και το 2007, όμως ‘χρειάστηκε’ η ‘κρίση’ του 2008 και το €1.25/λίτρο εκείνου του Αυγούστου για να γίνει περισσότερο σαφές: το αυτοκίνητο στην Ελλάδα άρχισε να κοστίζει πολύ, όπως τόσα άλλα πράγματα άρχισαν να ‘κοστίζουν’ πολύ. Δύο χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 2010 ζούμε την αμόλυβδη του €1.5. Σε κάποιον βαθμό η αύξηση οφείλεται στην ανάγκη της κυβέρνησης να αυξήσει τα έσοδά της και δεν αντικατοπτρίζει την αγορά: η αύξηση του ΦΠΑ στο 21 και το 23% τον Μάρτιο και τον Ιούλιο, αλλά και οι απανωτές αυξήσεις των έμμεσων φόρων μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαΐου, έφτασαν την βενζίνη να βρίσκεται σχεδόν δυο φορές ακριβότερη απ’ότι ήταν το καλοκαίρι μετά τους Ολυμπιακούς.
»
Ceci n’est pas un trottoir

Έάν μπορούσε κανείς να κατατάξει σε έναν κατάλογο τους λόγους για τους οποίους η Αθήνα πάσχει ως πόλη, είμαι βέβαιος πως τα πεζοδρόμια (ή μάλλον η έλλειψη αυτών), παρ’ότι φαινομενικά ελάσσων και κοσμητικός λόγος, είναι ίσως βασική έλλειψη της πόλης που συμπαρασύρει σειρά προβλημάτων, όπως το κυκλοφοριακό, η έλλειψη πρασίνου κλπ.
Είναι δύσκολο σε κάποιον εκτός της πολεοδομίας και των απανταχού Δήμων της Ελλάδος να κατανοήσει αφ’ενός γιατί τα πεζοδρόμια έχουν φάρδος που απ’ότι φαίνεται απευθύνεται σε μικρά τετράποδα και όχι σε ανθρώπους, και αφ’ετέρου γιατί συχνά συναντά κανείς μικρά σχετικά δέντρα ή άλλα φυτά φυτεμένα στο κέντρο αυτών και αφημένα στην τύχη τους, με ελάχιστο χώρο για να αναπτύξουν τις ρίζες τους και συχνά χωρίς νερό.
Παρατηρώντας τη κατάσταση των πεζοδρομίων στην Αθήνα, θα έλεγε κανείς πως η κατασκευή τους είναι τυπολατρική· τηρεί πιστά κάποιους καλοπροαίρετους πλήν όμως αποτυχημένους κανόνες που επιβάλλουν την ύπαρξη ίσως του πεζοδρομίου αυτού καθεαυτού, την ύπαρξη δέντρων και άλλων φυτών και ένα ίσως (αστείο) ελάχιστο φάρδος, αλλά αποτυγχάνουν στο ζητούμενο: να δημιουργήσουν ένα ποιοτικό, βιώσιμο δίκτυο πεζοδρομίων όπου πεζοί πολίτες θα μπορούν να μετακινούνται με ασφάλεια ενώ παράληλλα θα περιτριγυρίζονται από χώρους πρασίνου.
»
Πόλεμος.
Δεν ήθελα να γράψω. Φοβούμαι όμως για τις επόμενες ημέρες, για τις επόμενες γενιές, για το πόσο πίσω — τελικά — είμαστε ως κοινωνία, ως κράτος, ως πολιτισμός.
Μερικές σκέψεις:
- Αναρχικός != ανεγκέφαλος ‘μπάχαλος’. Δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ ‘αναρχικού’, με την έννοια του υποστηρικτή θεωριών αναρχισμού, και αυτών που καίνε, χτυπούν, καταστρέφουν και λεηλατούν τη πόλη με μολότωφ. Για την ακρίβεια το ένα, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, είναι αμοιβαία αποκλειόμενο του άλλου, παρά τα όσα λεγόνται.
- Ο Αλέξανδρος δεν ήταν αναρχικός· αμφιβάλλω εαν ήξερε τι πραγματικά σημαίνει ο όρος. Όπως, κατα πάσα πιθανότητα δεν είχε και καμία σχέση με τους όσους που καταστρέφουν τη πόλη, οργανωμένα και μη, καθώς γράφω αυτά τα λίγα. Σύμφωνα με τις περισσότερες μαρτυρίες ήταν απλά ένα άτυχο παιδί που προκλήθηκε από ανεγκέφαλους, απαίδευτους αστυνομικούς — όπως τόσο συχνά συμβαίνει στα Εξάρχεια — και απάντησε λεκτικά στις προκλήσεις τους.

- Η Ελληνική Αστυνομία περιλαμβάνει άτομα ακραίας ιδεολογίας, ελάχιστης νοημοσύνης, ανίκανα να πράξουν το έργο για το οποίο έχουν προσληφθεί (στη καλύτερη). Η δολοφονία του Γρηγορόπουλου, όπως και η στυγνή, υπερβολική, παράλογη βία που αντικρύσαμε όλοι από μέρους της Αστυνομίας τις τελευταίες ημέρες απέναντι σε εντελώς λάθος άτομα, ακόμη και σε μεροληπτικά ΜΜΕ που αποκλίνουν συστηματικά από την αντικειμενική δημοσιογραφία, είναι ντροπή για την Αστυνομία και την Ελλάδα γενικότερα. Αν μη τι άλλο η κυβέρνηση θα έπρεπε — για να διαφυλάξει την όποια αξιοπρέπεια μπορεί να της έχει απομείνει — να είχε ‘ξηλώσει’ προ πολλού την ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας σε βάθος καθώς και να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο, τον τρόπο και τη νοοτροπία των μελών της. Το ότι ακόμη και σήμερα επιβραβεύει με την απραξία της τέτοιες ενέργειες, ενώ παράλληλα αδυνατεί να τελέσει το έργο της, να προστατεύσει τις υποδομές, τη περιουσία και τους πολίτες της χώρας τη καταδικάζουν και καθιστούν ανίκανη να επιτελέσει το έργο της. Ο πρωθυπουργός, δια της απουσίας του, όχι μόνον δε διαφυλάσσει τη θέση του, αλλά επιβεβαιώνει την αδιαφορία και αδυναμία του να χειρισθεί τη κρίση που προφανώς επακολούθησε τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου το Σάββατο. Η ανάγκη για ριζική αναδιάρθρωση της αστυνομίας αποτελεί μέρος της ανάγκης για ευρύτερη αναδιάρθρωση των θεσμών και θεμελίων της Πολιτείας και δεν είναι μεμονωμένο ζήτημα. Η σημερινή κυβέρνηση έχει μάλλον τη χειρότερη συνολικά απόδοση στα θέματα της αστυνομικής εκπαίδευσης, προσέγγισης και — δυστυχώς — βίας κατα πολιτών, αλλά και την απόλυτη ευθύνη για την επαναφορά μιας νοοτροπίας άλλων εποχών που αποτελεί μελανό σημείο της νεώτερης ιστορίας του τόπου και θα έπρεπε να αποτελεί μόνον αυτό.
- Το ξύλο και η διαμάχες μεταξύ ΜΑΤ/Αστυνομίας και των όσων το επιθυμούν/επιδιώκουν είναι μια βλακώδης μεταφορά παιδικών τσακωμών σε αυλή δημοτικού σχολείου σε ενήλικη έκδοση με φόντο ένα αστικό σκηνικό — δυστυχώς — με τεράστιο κόστος, που απ’ότι φαίνεται περιλαμβάνει και ανθρώπινες ζωές. Δεν έχει, ούτε θα μπορούσε να έχει, συμβολική ή άλλη αξία, ούτε θέση σε μια δημοκρατική κοινωνία. Δεν έχει επίσης κανένα πολιτικό αποτέλεσμα ούτε κάποια ιδιαίτερη σημασία, πέραν της καταστροφής που προκαλεί προς ικανοποίηση των συμμετέχωντων. Είναι κατανοητή η αντίδραση και οργή του κόσμου για τον θάνατο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου· δε νομίζω όμως πως τα μέλη της μαθητικής ή φοιτητικής κοινότητας που επιλέγουν τη χρήση βίας συλλαμβάνουν τη σημασία των πράξεων τους αλλά και τις συνέπειες που οι πράξεις αυτές έχουν σε όσους επιθυμούν να εκφράσουν ειρηνικά την ανυπακοή, απόγνωση και διαμαρτυρία τους.
- Κανένας ελπίζω δε μένει ασυγκίνητος από τον θάνατο του Αλέξανδρου. Αυτοί που σφετερίζονται την οργή του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων των Μ.Μ.Ε. αλλά και την επιθυμία του για ειρηνική διαμαρτυρία με τη μορφή πορείας ή διαδήλωσης είναι, θεωρώ, δειλοί. Σε καμία περίπτωση δε μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει υπέρ της εκμετάλλευσης των γεγονότων στα πλαίσια μιας δημοκρατίας. Η επίκληση υπαρκτών και σεβαστών ζητημάτων που αφορούν το μέλλον, τη νεολαία, τη διαφθορά, τον οικονομικό αποκλεισμό κλπ στα πλαίσια της διαμαρτυρίας και η αόριστη χρήση αυτών ως δικαιολόγηση για τη καταστροφή είναι επίσης αυθαίρετα. Δε βλέπω πως η αντίδραση αυτή μπορεί να καταστεί αποδεκτή και γιατί επιτρέπουμε, εμείς οι οργισμένοι με την δολοφονία του Αλέξανδρου πολίτες, να πραγματοποιούνται στο όνομά μας τέτοιες καταστροφές καταστρέφωντας το όποιο νόημα έχει μια δημόσια διαμαρτυρία. Η ανοχή και η πραγματοποίηση της καταστροφής στην Αθήνα αλλά και άλλες πόλεις μας καταδικάζει ως πολιτισμό. Δεν έχει καμία σχέση με πολιτικές θέσεις, διαμαρτυρία ή πορείες και αποτελεί έγκλημα. Φοβάμαι πως πιθανή κλιμάκωση ίσως προκαλέσει περαιτέρω απώλεια ζωής.
Προφανώς, το θέμα που προκύπτει από τα φαινόμενα της ‘ζαρτινιέρας’, της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου αλλά και τις κρατικής καταστολής δε περιορίζεται στη σημερινή κυβέρνηση. Αφορά τόσο τη σημερινή όσο και τις παλαιότερες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ (βλ. δολοφονία Καλτεζά 1985 και τις επιχειρήσεις ‘αρετής’, αλλά και οι ετήσιες συμπλοκές/καταστροφές στην Αθήνα αλλά και άλλες πόλεις από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα).
Βρήκα εξαιρετικό, και προσυπογράφω το κείμενο του Rowan Thorpe που διάβασα μέσω buzz. Αν μη τι άλλο φωτίζει την θλιβερή παρουσία των “δημοσιογράφων” αλλά και την ανωριμότητα τόσο των θεσμών όσο και της κοινωνίας εν γένει.
Update: Διαβάστε επίσης στα αγγλικά το άρθρο της Dajieblack.
Η Vodafone Ελλάς ανακοίνωσε τη διαθεσιμότητα του iPhone 3G της Apple στην χώρα μας. Πέραν τις ιδιαίτερα ακριβής τιμής απόκτησης του τηλεφώνου (ιδιαίτερα για τα ελληνικά δεδομένα), η Vodafone κατάφερε να δημιουργήσει κάποια από τα αθλιότερα πακέτα που έχω αντικρύσει διεθνώς, σε βαθμό που ακυρώνουν πολλά από τα χαρακτηριστικά του iPhone (250MB μηνιαίως;), τόσο σε απόλυτη τιμή όσο και αν λάβει κανείς το πραγματικό εισόδημα του μέσου έλληνα.
[Γράφει σχετικά και ο Γιώργος στο Reality-Tape]
Νομοθετικοί Ακροβατισμοί στον Βωμό του Διαδικτύου
Αναστάτωση έχει προκαλέσει τις τελευταίες ημέρες η προσπάθεια της κυβέρνησης να ελέγξει την έκφραση στο διαδίκτυο, ενδιαμέσω ενός γελοίου, τόσο νομικά, όσο και επιστημονικά ή ηθικά, νομοσχεδίου. Η αναστάτωση αυτή, πέραν της έκφανσης της στα ελληνικά ΜΜΕ (τα οποία δε παρακολουθώ και για τα οποία ακούω από φίλους) είχε ως αποτέλεσμα έναν σημαντικό όγκο σχετικών άρθρων στο διαδίκτυο — θα παραπέμψω στο κείμενο του Γιώργου από το Reality Tape που θεωρώ πως αξίζει τη προσοχή σας, αλλά συν τοις άλλοις είναι ιδιαίτερα πλούσιο στις παραπομπές που κάνει σε κάποια άλλα αξιόλογα άρθρα.
Η λογοκρισία στο διαδίκτυο, στα πλαίσια μιας ευρωπαϊκής δημοκρατίας (cf. μιας δικτατορίας όπως το Πακιστάν), έστω και στη περίπτωση μιας πολιτισμικά και κοινωνικά χρεωκοπημένης χώρας όπως η Ελλάδα, είναι τεχνικά και πολιτικά αδύνατη. Η εμμονή της κυβέρνησης με τα ‘blogs’ — πέραν από κατάχρηση της λέξης ‘blog’ και τη σπασμωδική, γελοία αντιμετώπισή της τεχνολογίας — προδίδει αμηχανία και δίνει συνέχεια στη μακρά παράδοση των ελληνικών κυβερνήσεων στο να εξευτελίζονται διεθνώς, αλλα συνάμα αποτελεί τρανή απόδειξη του πόσο ανήμπορη είναι η σημερινή κυβέρνηση στο να ανταπεξέλθει σε έναν κόσμο που η ελευθερία του λόγου έχει πάρει μια σαφώς ουσιαστικότερη έννοια από αυτή που είχε μέχρι σήμερα, σε έναν κόσμο που η ανωνυμία (ή η απουσία της) έχει και αυτή τη θέση της και επηρεάζει — δίνωντας ιδιάζον βάρος στην υπογραφή του εκάστοτε συγγραφέα — περισσότερο από ποτέ την αξία της πληροφορίας. Δείχνει την άρνησή της να δεχθεί πως η ελευθερία του λόγου συμπεριλαμβάνει και λαϊκίστικο τύπο, παραπληροφόρηση, μυθοπλασία, αλλά εν τέλει η αποδοχή τους οδηγεί στο οργανικό αλλά μη-συστημικό, ελεύθερο φιλτράρισμά τους. Δείχνει μια ανωριμότητα σε καμία περίπτωση πρωτόγνωρη αλλά σίγουρα θλιβερή και μια αντίδραση επιπόλαιη και αναποτελεσματική.
»
Το βάρος ενός συνδέσμου.
Η ευθύνη των μηχανών αναζήτησης (και κατ’επέκταση των aggregators, καθ’ότι και αυτοί τελούν παρόμοιο έργο) είναι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον και επίμαχο θέμα που εδώ και αρκετό καιρό με απασχολεί και που όμως μέχρι σήμερα δεν είχα σχολιάσει μέσω του cosmix.org.
Η χθεσινή ανακοίνωση του Νίκου Δρανδάκη στο Nylon σχετικά με μια καταγγελία πιθανώς παράνομου περιεχομένου και απαίτηση αφαίρεσής του από το sync από τρίτο πρόσωπο επανέφερε στο προσκήνιο την υπόθεση του blogme.gr για πολύ κόσμο και αποτέλεσε την αφορμή που μάζεψα κάποιες σημειώσεις μου από πέρυσι και έγραψα αυτό το άρθρο.
Φαντάζομαι πως οι τακτικοί αναγνώστες του cosmix.org, έχουν ακουστά την υπόθεση του blogme.gr. Για όσους πιθανόν δεν την γνωρίζουν ακολουθεί μια σύνοψη: Η περίπτωση του blogme.gr είναι σχετικά γνωστή τόσο εντός όσο και εκτός της κοινότητας αυτών που παρακολουθούν, από κοντά ή μακριά, τα ελληνικά blogs. Προ περίπου ενάμιση έτους ο ιδιοκτήτης του blogme.gr, ενός εκ των ελληνικών aggregators, εναν δικτυακό τόπο δηλαδή που με αυτοματοποιημένο τρόπο συλλέγει και παραθέτει συνδέσμους σε δημοσιεύσεις από blogs, μηνύθηκε από άγνωστο (αργότερα έγινε γνωστή η ταυτότητα του μηνυτή — ήταν ο, σχετικά δημοφιλής σε χιλίαδες τηλεθεατές συμπολίτες μας τρίτης ηλικίας καθώς και αρκετούς άλλους αμφίβολης νοημοσύνης, βιβλιοπώλης/τηλεπωλητής/’μυθιστοριογράφος’ Δημοσθένης Λιακόπουλος) καθώς συμπεριελάμβανε στα blog που παρακολουθούσε ένα σατυρικό — προς το πρόσωπό του — blog.
Ίσως λόγω — των απαράδεκτων, — λαθών του εισαγγελέα σχετικά με τον τρόπο που διαχειρήστηκε την υπόθεση τότε (π.χ. την σύλληψη του κ.Τσιπρόπουλου και τη κατάσχεση του προσωπικού υπολογιστή του) καθώς και τη σειρά αναβολών που πήρε η δίκη έκτοτε, δημιουργήθηκε ένα ανάμεικτο κλίμα φόβου, ανασφάλειας και μετρημένης ελπίδας εντός και εκτός των ελληνικών blogs: μια καταδίκη του blogme.gr, όσο απίθανη κι αν αυτή ήταν, θα ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που ελληνικός δικτυακός τόπος, και δη ουσιαστικά μια μηχανή συγκέντρωσης πληροφοριών από ελληνικά site (έστω blog για τους σχολαστικούς), αποτελούσε πιθανό αποδέκτη νομικών κυρώσεων για το έργο του.
»


