Περί Παράνομων Πινακίδων
Εδώ και αρκετούς μήνες έχει ξεκινήσει η προσπάθεια που γίνεται από την κυβέρνηση για την απομάκρυνση των παράνομων υπαίθριων διαφημιστικών πινακίδων. Από τον ιστότοπο του εγχειρήματος διαβάζω για 893 επιβεβαιωμένες καταγγελίες και 175 αποξηλωμένες πινακίδες. Παρατηρώ πως, δυστυχώς, στο blog της προσπάθειας, αλλά και το twitter επήλθε μια σιωπηρή περίοδος γύρω στα μέσα του περασμένου Οκτωβρίου, ενώ μέχρι τότε γινόταν τακτική ανανέωση με ενημέρωση σχετικά με την πρόοδο των αποξηλώσεων και των καταγγελιών.
Είδα, με ενδιαφέρον, το ντοκυμαντέρ του Μανώλη Ανδριωτάκη σχετικά με το θέμα (θα το βρείτε εδώ, όπου μπορείτε να το υποστηρίξετε και οικονομικά μέσω PayPal). Το ζήτημα είναι τεράστιας σημασίας που αγγίζει την ασφάλεια, την αισθητική, την ποιότητα ζωής μας στην πόλη. Το ενδιαφέρον του κόσμου, ενός κόσμου που έμαθε να ανέχεται μια άσχημη, βρώμικη και επικίνδυνη Αθήνα, είναι σχεδόν ανύπαρκτο. Οι 900 περίπου καταγγελίες είναι νομίζω λίγες δεδομένου του αριθμού των πινακίδων και αφισσών που ρυπαίνουν το αστικό τοπίο, ενώ οι λιγότερες από διακόσιες αποξηλώσεις αυτών ελάχιστες (είναι, βέβαια, σαφές πως αποξηλώνονται πολλές άλλες παράνομες πινακίδες ανεξαρτήτως των καταγγελιών).
Χάρηκα πολύ όταν ανακοινώθηκε το illegalsigns.gov.gr, γιατί θεώρησα πως το ότι δημιουργήθηκε μια — απλοϊκή πλην όμως αποτελεσματική — υπηρεσία διαδικτυακών καταγγελιών ήταν δείγμα σοβαρότητας για την αντιμετώπιση ενός μείζονος προβλήματος της πόλης στην Ελλάδα.
Σήμερα, αρκετούς μήνες μετά, είμαι σχετικά απογοητευμένος· απογοητευμένος διότι οι πρόσφατες εκλογές επιβεβαίωσαν τους φόβους των λιγότερο αισιόδοξων για εφήμερο και χλιαρό ενδιαφέρον της Πολιτείας, την αδυναμία της να επιβάλλει τους Νόμους του κράτους αλλά — πρωτίστως — την αδιαφορία του κόσμου που ζεί και κινείται στην τριτοκοσμική τσιμεντούπολη που οι υπόλοιποι ανεχόμαστε καθημερινά. Στο ντοκυμαντέρ του Ανδριωτάκη, με εικόνες του καλοκαιριού του 2009, διακρίνει κανείς πινακίδες με διαφημίσεις των δυο μεγάλων κομμάτων, των νυν και πρώην πρωθυπουργών, εικόνες από ιστότοπο μεγάλης εταιρίας που δραστηριοποιείται στην παράνομη υπαίθρια διαφήμιση με λογότυπα των μεγαλύτερων εταιριών της χώρας.
Το στοίχημα δεν είναι απλώς η απομάκρυνση των παράνομων πινακίδων, αλλά η κατάρριψη της ιδέας πως είμαστε ανίκανοι, ως κοινωνία, να κατανοήσουμε τους δεκάδες λόγους για τους οποίους δε θα έπρεπε να υπάρχουν εξ’αρχής.
Το θέμα των φαρμακείων.
Τον τελευταίο καιρό συζητείται το ‘άνοιγμα’ των κλειστών επαγγελμάτων. Οι ‘φασαρία’ που έχει προκαλέσει η επαναλαμβανόμενη απεργιακή κινητοποίηση των μεταφορεών, ιδιοκτητών φορτηγών δημοσίας χρήσης και λοιπών επαγγελματιών/επιχειρηματιών του κλάδου μπορεί να έχει, στο μυαλό των περισσοτέρων, ταυτίσει το ‘άνοιγμα’ των κλειστών επαγγελμάτων με αυτήν την κοινωνική/οικονομική ομάδα, όμως τα επαγγέλματα είναι πολλά και ποικίλα και οι κοινωνικές ανάγκες που καλύπτουν εξίσου διαφορετικές.
Ένα από αυτά τα επαγγέλματα είναι οι φαρμακοποιοί. Επέλεξα να γράψω για τους φαρμακοποιούς, αφ’ενός επειδή έχω αρκετούς συγγενείς και φίλους που ιστορικά βρίσκονται στον χώρο και θεωρώ πως γνωρίζω, περισσότερο ίσως από τον μέσο όρο, τις ιδιαιτερότητες του κλάδου, αλλά και επειδή — παρ’ότι συμφωνώ απολύτως με την απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων και θεωρώ πως η Ελλάδα έχει ήδη αργήσει πολύ — θαρρώ πως η απελευθέρωση των επαγγελμάτων δεν είναι σε καμία περίπτωση μια μονοσήμαντη διαδικασία, πως το κάθε επάγγελμα έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες και η όποια κανονιστική ρύθμιση πραγματώνει την απελευθέρωση του οφείλει να τις λάβει υπόψη της (κάτι που σίγουρα εν διαμέσω κρίσης και πανικού δεν πραγματοποιείται στην Ελλάδα του 2010).
Διάβασα στην Καθημερινή το άρθρο ‘Οι τιμές των φαρμάκων‘ του Στέφανου Μάνου. Σε αυτό παραθέτει την συζήτησή του (και τον παραλογισμό) ενός φοιτητή της Φαρμακευτικής, του οποίου η οικογένεια έχει φαρμακείο και πρόκεται να ‘θιχτεί’ από την απελευθέρωση, ως εισαγωγή σε ένα, ως επι το πλείστον αφελές, κείμενο που αντιπαραθέτει ως παράδειγμα προς μίμηση τα περιθώρια κέρδους των φαρμακείων στην Σουηδία. Και παρ’ότι τα παραδείγματα του κ. Μάνου είναι ενδιαφέροντα και εικάζω πως είναι ειλικρινής και πιστεύει αυτά που γράφει, φαίνεται να αγνοεί τι ακριβώς συνεπάγεται το επαγγέλμα των φαρμακοποιών, η αγορά του φαρμάκου, ο τρόπος που δουλεύουν και τι σημαίνει η απελευθέρωσή του.
Τα φαρμακεια σημερα
Με το υπάρχον σύστημα, τα φαρμακεία είναι περιορισμένα ως προς τον τόπο στον οποίο μπορούν να ανοίξουν, βάσει του πληθυσμού του κάθε τόπου αλλά και βάσει της παλαιότητος του φαρμακείου — αυτός πρακτικά είναι ένας τρόπος να εξυπηρετηθούν οι παλαιοί φαρμακοποιοί που σήμερα μπορούν να μεταφέρουν το φαρμακείο τους πρακτικά όπου θέλουν ανά πάσα στιγμή μετά από κάποια χρόνια λειτουργίας. Με αυτόν τον τρόπο πριν ‘πουλήσουν’ την άδειά τους (με σημαντικό κέρδος) μεταφέρουν το φαρμακείο σε ένα πολύ καλό σημείο και το πουλούν ακριβότερα. Αυτή η νομοθετική ρύθμιση καθιστά το φαρμακείο ‘κλειστό’ επάγγελμα, δηλαδή επιβάλλει την ‘αγορά’ μιας υπάρχουσας άδειας από έναν νέο φαρμακοποιό που επιθυμεί να ανοίξει φαρμακείο, καθώς νέες άδειες δεν εκδίδονται (παρά μόνον υπό προϋποθέσεις: βλ. γεωγραφικοί, πληθυσμιακοί περιορισμοί κλπ). Φυσικά κάτι τέτοιο είναι άδικο και καθιστά την απόκτηση άδειας δύσκολη υπόθεση για όσους δεν έχουν τα μεγάλα ποσά που εδώ και χρόνια απαιτούνται για την αγορά τους.
»
On Feeds and Fads
In 2004 ‘web feeds’ were becoming extremely popular in the tech community. People were keen to label ‘web pages’ as old, obsolete, clumsy and resource ‘heavy’. It was the time of ‘Web 2.0′, the time when web ‘surfers’ were gradually getting rid of Internet Explorer 6, when Ajax was starting to make its appearance on more and more web applications.
Suddenly everyone started expecting feeds. Everywhere. Feeds for everything any site had in store: calendar/event information, news, media, archives, categories, tags, software updates etc. Feeds were demanded (and almost exclusively found) in loosely defined quasi-machine readable formats, like RSS and Atom: immature syndication formats ‘abused’, tasked to provide functionality not originally envisioned by their authors. Functionality that people ‘wanted now’, that was tangible, contrary to the elusive dream of a Semantic Web, an abstract notion that perhaps only Tim Berners-Lee might try to explain. From a tech-only convenience, feeds became mainstream.
Feeds gradually became the ‘de facto’ medium through which millions of people around the world found and consumed information — a use well beyond their original purpose (syndication and notification of new or updated content, not consumption of said content). Many companies touted RSS support in their products and services in 2005. Among them, Apple, when Steve Jobs, in his typical used-car salesman fashion, touted Safari’s support for RSS. The incorporation of RSS in desktop applications and the browser never worked for most of us; web aggregators and feed readers soon became the dominant medium through which feeds were accessed. Among all feed readers, Google Reader, rapidly became the most popular; part of the daily routine for the vast majority of people and the main source of their text media consumption.
»
Νοσταλγώντας τα €0.85/λίτρο.
Θυμάμαι σαν εχθές τη στιγμή που κατέφθασα στην Πάτρα, τον Ιούνιο του 2005. Είχα μπροστά μου έναν γεμάτο μήνα: μετά από επτά χρόνια διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο, έπρεπε να μαζέψω και να αποστείλλω τα πράγματά μου — ένα ολόκληρο σπίτι — στην Ελλάδα, να χαιρετήσω τους φίλους και γνωστούς μου, να απολαύσω το Λονδίνο μαζί τους, όπως δεν το είχα απολαύσει ποτέ, πριν το αποχαιρετήσω και ξεκινήσω το ταξίδι της επιστροφής.
Το πρατήριο ήταν στην είσοδο της πόλης και η απλή αμόλυβδη βενζίνη μόλις άγγιζε τα €0.85/λίτρο. Το ΦΠΑ είχε μόλις αυξηθεί στο 19% και οι τιμές είχαν ανέβει κάπως, όμως αυτό δεν με πτοούσε. Γνωρίζοντας τι με περίμενε στην άλλη πλευρά του Ιονίου, γέμισα το ρεζερβουάρ. Είχα μπροστά μου λίγο παραπάνω από δυόμιση χιλιάδες χιλιόμετρα (και άλλα τόσα για την επιστροφή) και λιγοστά χρήματα έτσι στόχος ήταν να ελαχιστοποιήσω τα έξοδα όσο γινόταν. Στην Ιταλία και την Γαλλία έβαλα βενζίνη αρκετές φορές — σαφώς περισσότερες από τις στάσεις. Η βενζίνη εκεί ήταν τρομακτικά ακριβότερη: €1.15 ακόμη και €1.25/λίτρο. Εντύπωση μου είχε κάνει η πολύ μικρή διαφορά της τιμής της απλής βενζίνης από την πολύ ακριβότερη σούπερ αμόλυβδη (αυτή των 98 και των 100 οκτανίων): κάποιες φορές είχε νόημα να βάλει κανείς την ακριβότερη βενζίνη καθώς ήταν δεδομένο πως, με τόσο μικρή διαφορά στην τιμή, θα κέρδιζε (σε χιλιόμετρα).
Επιστρέφωντας, έναν μήνα αργότερα, και έχοντας ξοδέψει αρκετά σε βενζίνη — τόσο στην πανάκριβη Βρετανία, όσο και στην υπόλοιπη Ηπειρωτική Ευρώπη — ένιωσα ανακούφιση ανακατεμένη με αηδία οδηγώντας πίσω στους Ελληνικούς δρόμους: είχα επιστρέψει πίσω στο ‘χωριό’ της Ευρώπης που ονομάζουμε Ελλάδα, τη χώρα που η ‘εθνική οδός’ αποτελεί δρόμο μιάμισης λωρίδας, που οι οδηγοί δεν ήξεραν να οδηγούν και που η βενζίνη ήταν φθηνή.
Από τότε μέχρι σήμερα το αυτοκίνητο — όπως και σε πολλούς από εμάς — ήταν και παραμένει αναγκαίο μέσο. Όσο και να το αποφεύγω, όσο και να προτιμώ να χρησιμοποιώ το Μετρό, το ποδήλατο ή να περπατώ στον προορισμό μου (όταν αυτό είναι εφικτό), σε μια χώρα με ελλιπές δίκτυο Μαζικών Μέσων Μεταφοράς, έλλειψη αγωγής και υποδομών (που κάνουν το ειδάλλως εξαιρετικό ποδήλατο ένα εν πολλοίς γραφικό και επικίνδυνο μέσο) το αυτοκίνητο αποτελεί εύκολη και πρακτική λύση.
Πολύ γρήγορα όμως, από τα τέλη του καλοκαιριού του 2005, έγινε σαφές πως η τιμή της βενζίνης είχε πάρει την ανίουσα και με ελάχιστες εξαιρέσεις αποδείχθηκε μονοτονική η τάση της. Μπορεί η τιμή του 1 ευρώ ανά λίτρο να φάνταζε ακριβή το 2006 και το 2007, όμως ‘χρειάστηκε’ η ‘κρίση’ του 2008 και το €1.25/λίτρο εκείνου του Αυγούστου για να γίνει περισσότερο σαφές: το αυτοκίνητο στην Ελλάδα άρχισε να κοστίζει πολύ, όπως τόσα άλλα πράγματα άρχισαν να ‘κοστίζουν’ πολύ. Δύο χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 2010 ζούμε την αμόλυβδη του €1.5. Σε κάποιον βαθμό η αύξηση οφείλεται στην ανάγκη της κυβέρνησης να αυξήσει τα έσοδά της και δεν αντικατοπτρίζει την αγορά: η αύξηση του ΦΠΑ στο 21 και το 23% τον Μάρτιο και τον Ιούλιο, αλλά και οι απανωτές αυξήσεις των έμμεσων φόρων μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαΐου, έφτασαν την βενζίνη να βρίσκεται σχεδόν δυο φορές ακριβότερη απ’ότι ήταν το καλοκαίρι μετά τους Ολυμπιακούς.
»
» Changing our mode of thinking
Despite appearances, this goes well beyond Marxism vs. Capitalism (thinking in such one-dimensional terms would be degrading to anyone doing so). The issues that have surfaced through the world economic crisis of the late 2000s could not have been part of a ‘socioeconomic’ theory from the 19th century, the 1930s or the 1950s or even a modern one. The debate should not be about whether Hayek/Friedman were right (they never were), whether Keynes was, or whether Marx’s arguments hold any water nowadays (some still do, but a lot of them clearly don’t). Economic theories usually seem to fail exactly because they try to explain human activity in simplistic terms while struggling to prove a central thesis. That’s not how the world works however. Deregulation has meant that the global finance sector has really gone wild in the past thirty years or so, and — in the end — markets and the financial deregulation can and have failed with detrimental results to families, businesses and societies as a whole. We don’t need to explain everything or prove a meaningless thesis regarding markets, statism or innovation; we don’t need to explain human frailty, culture or institutions. If anything, the central argument here is that a viable capitalism is one that exists under a fair, well-defined set of rules, one that fosters innovation and competition and one that respects the dignity of the vast majority of the population, the environment and those extra-economic aspects of human civilisation, like the arts, philosophy and history. We’re nowhere close to having that at the moment. Is it possible?
[via talos]
The fad stage [of blogging] is over
That seems to be generally true; while the number of posts has most definitely gone down in most of the blogs I’m following, what remains is a relatively new and open medium that gives a podium to so many capable, willing and knowledgeable people. Not in a 140 character haiku, but in an unrestricted form. At the same time, I’m saddened by how many good, even great, writers have remained silent for so long (or write hundreds of quasi-sensical ‘tweets’); while it shouldn’t be the case, it turns out that being a fad had its advantages, in that it helped a large number of people discover and participate in it. If anything, I’m hopeful that the adulthood of blogs will increase, even marginally, the signal to noise ratio.
The real choice is liberty versus control
Tyranny, whether it arises under threat of foreign physical attack or under constant domestic authoritative scrutiny, is still tyranny. Liberty requires security without intrusion, security plus privacy. Widespread police surveillance is the very definition of a police state. And that’s why we should champion privacy even when we have nothing to hide.
Οπτικοακουστικό Αρχείο ΕΡΤ — Μέρος Δεύτερο
Τον Δεκέμβριο του 2007, έγραψα ένα άρθρο με τίτλο ‘Οπτικοακουστικό Αρχείο ΕΡΤ’. Ο λόγος ήταν η τεράστια σημασία του εγχειρήματος, τόσο για εμένα, όσο και για εκατομμύρια συμπολίτες μου αλλά και για την ευρύτερη σημασία της διάθεσης του αρχείου, μιας μοναδικής κληρονομιάς και μέρος της ιστορίας αυτού του τόπου.
Παρά τη θετική άποψή μου για την προσπάθεια αυτή όμως, και αγνοώντας — έστω προσωρινά — τις βασικότερες ανησυχίες μου σχετικά με την ιδιοκτησία ενός τόσο σημαντικού έργου από μια ιδιωτική, ως επι το πλείστον, επιχείρηση, βασικές μου ενστάσεις — και ο λόγος για τον οποίο το άρθρο αποτέλεσε σημαντικό εφόδιο στην κριτική του έργου από αρκετούς — αποτέλεσαν αφ’ενός η επιλογή ενός κλειστού φορμά διάθεσης του αρχείου στο κοινό (WMV) και ο αποκλεισμός λειτουργικών συστημάτων όπως το GNU/Linux και τα διάφορα BSDs από τον κατάλογο των υποστηριζόμενων συστημάτων χρήσης του αρχείου και αφ’ετέρου η διάθεση του υλικού σε ιδιαίτερα χαμηλή ποιότητα.
Σήμερα, κι ενώ είχα για πολύ καιρό αποφύγει την επίσκεψη στον δικτυακό τόπο, επέστρεψα και διαπίστωσα πως το υλικό πλέον παρέχεται σε video κωδικοποιημένο με Sorenson (h.263), υπο μορφή αρχείου flv και μέσω flash player· η αλλαγή είναι σίγουρα ευπρόσδεκτη καθώς οι περισσότεροι φυλλομετρητές υποστηρίζουν flash. Αγνοώ γιατί δεν επελέχθη το h.264 καθώς παρέχει σαφώς καλύτερη απόδοση στο ίδιο εύρος ζώνης, αλλά επιπλέον γιατί η ποιότητα του υλικού παραμένει τραγική· φαντάζομαι πως βασικός λόγος δεν είναι το bandwidth ή το κόστος, αλλά κυρίως η αποτροπή “παράνομης” χρήσης του υλικού δίχως την άδεια της ΕΡΤ (παρά το γεγονός πως το λογότυπο της ΕΡΤ δεσπόζει, ως υδατογράφημα, στο αριστερό μέρος του κάδρου). Δυστυχώς το τελικό αποτέλεσμα κάνει την θέαση του υλικού δύσκολη και κουραστική και το εγχείρημα σαφώς λιγότερο επιτυχές.
Ελάχιστα φαίνεται να έχει κατανοήσει η ΕΡΤ, δύο σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη παρουσία του αρχείου στο διαδίκτυο, τη σημασία της διάθεσης του υλικού αυτού. Ελάχιστα φαίνεται να έχει ασχοληθεί με διεθνείς αντίστοιχες προσπάθειες, όπως αυτές του βρετανικού BBC, του αμερικάνικου PBS, το Hulu και άλλες, που θέλουν το internet να αντικαθιστά τόσο την ψηφιακή επίγεια τηλεόραση όσο και — σε μεγάλο βαθμό — άλλα οπτικά μέσα αποθήκευσης video υψηλής ευκρίνειας. Μπορεί το βάρος της ευθύνης να μη πέφτει μόνον στην ΕΡΤ αλλά να σκιαγραφεί μια γενικότερη αστοχία της ελληνικής διαδικτυακής ‘κοινότητας’ (βλ. έλλειψη ενός γρηγορότερου εθνικού δικτύου, κακή διείσδυση ευρυζωνικών συνδέσεων, χαμηλή ποιότητα υπηρεσιών, χαμηλό ενδιαφέρον για νέες τεχνολογίες κ.ο.κ.), όμως ως ο φορέας υλοποίησης και ο αυτοδιορισμένος — λόγω κακής νομοθετικής ρύθμισης — ‘αρχειοφύλακας’ της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας η ΕΡΤ φέρει μεγάλο μέρος της ευθύνης.
Reel recorder by William A. Franklin/Flickr. Licensed under Creative Commons.


