Inglourious Basterds
To say that I’m no fan of Quentin Tarantino is no exaggeration. I find Tarantino gifted, but the gift lies not in his direction, his cinematography or his script-writing: it is his deep knowledge of the cinema and a twisted sense of æsthetics, ethics and bold storytelling fascinate and engage audiences and critics alike. But are his films worthy of the praise and celebration they’ve garnered over the years?
I think not. While Reservoir Dogs and, to a lesser extent, Pulp Fiction, introduced a fresh, raw perspective on crime films, a style that subsequently became Tarantino’s trademark, all of his later works, with the exception perhaps of Jackie Brown, were mediocre and shallow entertainment.
Inglourious Basterds is no exception. It is a very entertaining movie that satisfies a viewer watching it, having come to the theatre with zero expectations; it’s fun and easy to watch, its characters caricatures, more suited to a comic rather than a film, but nevertheless likeable and entertaining. But it’s far from what Tarantino subtly tries to make it: a big movie worthy of any sort of presence in Cannes, a brilliant story, whose script was worked upon for more than a decade, an epic portraying Tarantino’s idea of the racial and sociological status quo in World War II France. Basterds is not even close to evoking any sentiment or engaging the audience in this respect.
»
» So long.
The quintessential photo from this summer’s trip to Kythira (clickety click on the image for a ‘moderately’ higher resolution image) and a pretty good time to take a break.
Μια αναποτελεσματική σπατάλη.
Πριν από κάποιες ημέρες συζητούσα με ένα φίλο σχετικά με τη σπατάλη που συνεπάγεται η συντήρηση ενός — αναλογικά — ‘ακριβού’ στρατού και κυρίως η μη-αξιοποίηση των συνεργιών που κάτι τέτοιο θα έπρεπε να συνεπάγεται για την ελληνική οικονομία. Λίγες ημέρες αργότερα ο Τάσσσος έγραψε σχετικά με το θέμα στο reality-tape, παρουσιάζοντας παράλληλα την περίπτωση του Ισραήλ και των ΗΠΑ μέσα από το πρίσμα της δικής του επαγγελματικής ενασχόλησης.
Δυστυχώς μετά από σχετικά σύντομη εξέταση των δημόσια διαθέσιμων δεδομένων η όλη σύγκριση πέραν από ουτοπική είναι και αφελής. Οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις σε πάρα πολλά σημεία, τόσο εκπαίδευσης, πειθαρχίας και ετοιμότητος όσο και στο κρίσιμο τομέα της δομής και υλικού εξοπλισμού αποκαλύπτουν όχι μόνον τραγικές ελλείψεις, αλλά και φοβερή σπατάλη. Δεν μπορούμε να μιλούμε για συνεργίες και αξιοποίηση των πόρων για ανάπτυξη της εγχώριας οικονομίας και της τεχνολογικής ανάπτυξης, όταν η βασική αποστολή του στρατού, αυτή της άμυνας της χώρας, της δημιουργίας ενός αποτρεπτικού μέσου για την όποια πιθανή διαμάχη στη περιοχή, διαβρώνεται από πολιτικές, οικονομικές ή άλλες σκοπιμότητες.
Για πολλά χρόνια η (υπερβολική ίσως) λογική της ισορροπίας στρατιωτικής δύναμης μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος αποτελούσε βασικό στόχο όλων όσων έβλεπαν την Ελλάδα να σπαταλά δισεκατομμύρια σε εξοπλιστικά προγράμματα ενώ τα σχολεία και τα νοσοκομεία της, η οικονομία και οι δημόσιες υπηρεσίες της έπασχαν. Εν μέρει η αντίθεση είχε γερές βάσεις και δυο σκέλη: αφ’ενός τα χρήματα που σπαταλά η Ελλάδα για την άμυνά της είναι πολύ περισσότερα, ως ποσοστό του ΑΕΠ από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και εντυπωσιακά μεγάλο ποσό ανεξαρτήτως αυτού. Δύσκολα μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως, ανεξάρτητα από τη χρήση τους και σε απόλυτες τιμές, είναι απαραίτητο αυτό το κεφάλαιο για αμυντικούς σκοπούς. Πέραν όμως από την καθαρά ιδεολογική αντίθεση με το στρατιωτικό κονδύλι, υπάρχει και η πραγματιστική αντίθεση. Από ανθρώπους που έβλεπαν τη σπατάλη, τη κακοδιαχείριση αλλά και από ανθρώπους όπως ο Τάσος που διέκριναν την ευκαιρία (αλλά όχι την αξιοποίησή της) για τη διπλή εκμετάλλευση των κεφαλαίων αυτών, τη δημιουργία συνεργιών με την ελληνική βιομηχανία, την απόκτηση και καλλιέργια τεχνογνωσίας και εξειδίκευσης, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, επιχειρήσεων κλπ.
Σε όλες τις περιπτώσεις υπήρχε πάντα η κουρασμένη απάντηση πως τα εξοπλιστικά προγράμματα αυτά, παρ’ότι ακριβά, εξασφάλιζαν την άμυνα της χώρας, δημιουργούσαν αντικίνητρα για την όποια πιθανή στρατιωτική περιπέτεια τυχόν σχεδιάζαν οι γείτονες της Ελλάδας. Ένα “ακριβός αλλά αποτελεσματικός στρατός”. Πρόληψη και ασφάλεια. Στα χρόνια μετά το 1974 η Ελλάδα εκσυγχρόνισε σημαντικά την στρατιωτική της μηχανή, έτσι ώστε να διατηρηθεί η ισορροπία δυνάμεων με τη Τουρκία. Δυστυχώς, μόνον ως ‘παρενέργεια’ δημιουργήθηκαν κάποιες θέσεις εργασίας και κάποιες εταιρίες, όμως σίγουρα οι περιπτώσεις αυτές ήταν είτε σαφώς περιορισμένες ή αποτέλεσμα διαπλεκόμενων συμφερόντων ελάχιστων επιχειρηματιών με πολιτικούς και σε καμία περίπτωση δεν έθεταν τις βάσεις για τη δημιουργία ενός υγειούς οικοσυστήματος βιομηχανίας, όπως έχει συμβεί π.χ. στο Ισραήλ ή τις ΗΠΑ. Ελάχιστες δε ελληνικές εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο χώρο της άμυνας κατάφεραν να έχουν βάσεις που θα επέτρεπαν μακροχρόνια βιωσιμότητα, πόσο μάλλον διεθνή παρουσία.
»

