Ceci n’est pas un trottoir

Έάν μπορούσε κανείς να κατατάξει σε έναν κατάλογο τους λόγους για τους οποίους η Αθήνα πάσχει ως πόλη, είμαι βέβαιος πως τα πεζοδρόμια (ή μάλλον η έλλειψη αυτών), παρ’ότι φαινομενικά ελάσσων και κοσμητικός λόγος, είναι ίσως βασική έλλειψη της πόλης που συμπαρασύρει σειρά προβλημάτων, όπως το κυκλοφοριακό, η έλλειψη πρασίνου κλπ.
Είναι δύσκολο σε κάποιον εκτός της πολεοδομίας και των απανταχού Δήμων της Ελλάδος να κατανοήσει αφ’ενός γιατί τα πεζοδρόμια έχουν φάρδος που απ’ότι φαίνεται απευθύνεται σε μικρά τετράποδα και όχι σε ανθρώπους, και αφ’ετέρου γιατί συχνά συναντά κανείς μικρά σχετικά δέντρα ή άλλα φυτά φυτεμένα στο κέντρο αυτών και αφημένα στην τύχη τους, με ελάχιστο χώρο για να αναπτύξουν τις ρίζες τους και συχνά χωρίς νερό.
Παρατηρώντας τη κατάσταση των πεζοδρομίων στην Αθήνα, θα έλεγε κανείς πως η κατασκευή τους είναι τυπολατρική· τηρεί πιστά κάποιους καλοπροαίρετους πλήν όμως αποτυχημένους κανόνες που επιβάλλουν την ύπαρξη ίσως του πεζοδρομίου αυτού καθεαυτού, την ύπαρξη δέντρων και άλλων φυτών και ένα ίσως (αστείο) ελάχιστο φάρδος, αλλά αποτυγχάνουν στο ζητούμενο: να δημιουργήσουν ένα ποιοτικό, βιώσιμο δίκτυο πεζοδρομίων όπου πεζοί πολίτες θα μπορούν να μετακινούνται με ασφάλεια ενώ παράληλλα θα περιτριγυρίζονται από χώρους πρασίνου.
»
Ο Δρόμος του Τσαγιού στα Ιντερτιούμπζ!
Πάει ένας περίπου χρόνος από τη πρώτη μου παραγγελία — και το σχετικό άρθρο για το δικτυακό κατάστημα τσαγιού tsai.gr. Οι εντυπώσεις ήταν ως επι το πλείστον θετικές, με μεγάλη ποικιλία τσαγιών και βοτάνων, άμεση εξυπηρέτηση και εξαιρετικό πακετάρισμα των προϊόντων. Μεγάλη (και σημαντική) εξαίρεση οι τιμές του καταστήματος οι οποίες ήταν περίπου 20% ακριβότερες από αυτές του Δρόμου του Τσαγιού, ενός ‘φυσικού’ καταστήματος που εδρεύει στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και επίσης ειδικέυεται στο τσάι. Αν συνυπολογίσει κανείς και το επιπλέον κόστος των μεταφορικών, οι τιμές για ένα αμιγώς δικτυακό κατάστημα ήταν ανεξήγητα υψηλές.
Την πρώτη μου παραγγελία από το tsai.gr ακολούθησαν αρκετές άλλες όπως και κάποιες επισκέψεις στον Δρόμο του Τσαγιού στο Κολωνάκι. Η ποιότητα των προϊόντων των δυο καταστημάτων ήταν παρεμφερής με κάποιες διακυμάνσεις ανάλογα με τη ποικιλία και το είδος του τσαγιού.
Τις προάλλες συζητούσα με κάποιους φίλους για το tsai.gr και στη συζήτηση αναφέρθηκε ο Δρόμος το Τσαγιού ως εναλλακτική. Αναζητώντας πληροφορίες online, με μεγάλη μου χαρά διαπίστωσα την ύπαρξη νέου δικτυακού τόπου για το εν λόγω κατάστημα.
»
Οπτικοακουστικό Αρχείο ΕΡΤ — Μέρος Δεύτερο
Τον Δεκέμβριο του 2007, έγραψα ένα άρθρο με τίτλο ‘Οπτικοακουστικό Αρχείο ΕΡΤ’. Ο λόγος ήταν η τεράστια σημασία του εγχειρήματος, τόσο για εμένα, όσο και για εκατομμύρια συμπολίτες μου αλλά και για την ευρύτερη σημασία της διάθεσης του αρχείου, μιας μοναδικής κληρονομιάς και μέρος της ιστορίας αυτού του τόπου.
Παρά τη θετική άποψή μου για την προσπάθεια αυτή όμως, και αγνοώντας — έστω προσωρινά — τις βασικότερες ανησυχίες μου σχετικά με την ιδιοκτησία ενός τόσο σημαντικού έργου από μια ιδιωτική, ως επι το πλείστον, επιχείρηση, βασικές μου ενστάσεις — και ο λόγος για τον οποίο το άρθρο αποτέλεσε σημαντικό εφόδιο στην κριτική του έργου από αρκετούς — αποτέλεσαν αφ’ενός η επιλογή ενός κλειστού φορμά διάθεσης του αρχείου στο κοινό (WMV) και ο αποκλεισμός λειτουργικών συστημάτων όπως το GNU/Linux και τα διάφορα BSDs από τον κατάλογο των υποστηριζόμενων συστημάτων χρήσης του αρχείου και αφ’ετέρου η διάθεση του υλικού σε ιδιαίτερα χαμηλή ποιότητα.
Σήμερα, κι ενώ είχα για πολύ καιρό αποφύγει την επίσκεψη στον δικτυακό τόπο, επέστρεψα και διαπίστωσα πως το υλικό πλέον παρέχεται σε video κωδικοποιημένο με Sorenson (h.263), υπο μορφή αρχείου flv και μέσω flash player· η αλλαγή είναι σίγουρα ευπρόσδεκτη καθώς οι περισσότεροι φυλλομετρητές υποστηρίζουν flash. Αγνοώ γιατί δεν επελέχθη το h.264 καθώς παρέχει σαφώς καλύτερη απόδοση στο ίδιο εύρος ζώνης, αλλά επιπλέον γιατί η ποιότητα του υλικού παραμένει τραγική· φαντάζομαι πως βασικός λόγος δεν είναι το bandwidth ή το κόστος, αλλά κυρίως η αποτροπή “παράνομης” χρήσης του υλικού δίχως την άδεια της ΕΡΤ (παρά το γεγονός πως το λογότυπο της ΕΡΤ δεσπόζει, ως υδατογράφημα, στο αριστερό μέρος του κάδρου). Δυστυχώς το τελικό αποτέλεσμα κάνει την θέαση του υλικού δύσκολη και κουραστική και το εγχείρημα σαφώς λιγότερο επιτυχές.
Ελάχιστα φαίνεται να έχει κατανοήσει η ΕΡΤ, δύο σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη παρουσία του αρχείου στο διαδίκτυο, τη σημασία της διάθεσης του υλικού αυτού. Ελάχιστα φαίνεται να έχει ασχοληθεί με διεθνείς αντίστοιχες προσπάθειες, όπως αυτές του βρετανικού BBC, του αμερικάνικου PBS, το Hulu και άλλες, που θέλουν το internet να αντικαθιστά τόσο την ψηφιακή επίγεια τηλεόραση όσο και — σε μεγάλο βαθμό — άλλα οπτικά μέσα αποθήκευσης video υψηλής ευκρίνειας. Μπορεί το βάρος της ευθύνης να μη πέφτει μόνον στην ΕΡΤ αλλά να σκιαγραφεί μια γενικότερη αστοχία της ελληνικής διαδικτυακής ‘κοινότητας’ (βλ. έλλειψη ενός γρηγορότερου εθνικού δικτύου, κακή διείσδυση ευρυζωνικών συνδέσεων, χαμηλή ποιότητα υπηρεσιών, χαμηλό ενδιαφέρον για νέες τεχνολογίες κ.ο.κ.), όμως ως ο φορέας υλοποίησης και ο αυτοδιορισμένος — λόγω κακής νομοθετικής ρύθμισης — ‘αρχειοφύλακας’ της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας η ΕΡΤ φέρει μεγάλο μέρος της ευθύνης.
Reel recorder by William A. Franklin/Flickr. Licensed under Creative Commons.
Μια κριτική για το AthensBook
Παρ’ότι τον τελευταίο καιρό βρίσκομαι μακριά από τα δρώμενα στον θαυμαστό κόσμο του διαδικτύου και αδράζοντας την κάθε ευκαιρία να διατηρήσω την επαφή τόσο με τα όσα συμβαίνουν στον κόσμο όσο και με τους δικούς μου ανθρώπους, διάβασα μόλις πριν από λίγο — με περισσή θλίψη — την πρώτη αρνητική και στο μεγαλύτερο μέρος της παραδειγματικά άστοχη κριτική για το AthensBook, που στα πλαίσια σχολιασμού του άρθρου του Δημήτρη Ρηγόπουλου στη Καθημερινή της 23ης Αυγούστου, διαστρεβλώνει τόσο την ιδέα όσο και την αξία του εγχειρήματος που με πολύ κόπο και χρόνο έχουμε εδώ και κάποιους μήνες ξεκινήσει. Η κριτική παρ’ότι χρησιμοποιεί (με σαφώς παραπλανητικό τρόπο) το AthensBook ως προϊόν (ή αποτέλεσμα) ‘νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας’, μέρος ενός ‘κακού’ καπιταλιστικού συστήματος, μέσο εκμετάλλευσης της κοινωνικής γνώσης με σκοπό το κέρδος κλπ κλπ, πλατιάζει επικίνδυνα, αφ’ενός επιχειρώντας μια ταύτιση της όποιας εφαρμογής που βασίζεται στο (ή έστω χρησιμοποιεί σε κάποιο βαθμό το) crowdsourcing, όπως το AthensBook, με κάποια σατανική καπιταλιστική μηχανική σφετερισμού της γνώσης, αφ’ετέρου παρουσιάζοντας μια σωρεία στερεοτυπικών ‘αντικαπιταλιστικών’ επιχειρημάτων με ψευδοφιλοσοφική επένδυση και λογικά άστοχους παραλληλισμούς.
Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Αρχικά η κριτική σχολιάζει τη χρήση του όρου ‘επιστήμονες’, όπως τη βρίσκουμε στο άρθρο του κ.Ρηγόπουλου. Ως προς αυτό η κριτική είναι εν μέρει ευσταθής, καθ’ότι το AthensBook δεν αποτελεί αμιγώς επιστημονικό έργο, όμως ο συγγραφέας της αντιφάσκει καθ’ότι αιτία της όποιας επιτυχίας της εφαρμογής είναι με βεβαιότητα η επιστημονική γνώση και η τεχνική κατάρτιση των δημιουργών της, όπως ο ίδιος γράφει μόλις δυο γραμμές παρακάτω.
»
Μια αναποτελεσματική σπατάλη.
Πριν από κάποιες ημέρες συζητούσα με ένα φίλο σχετικά με τη σπατάλη που συνεπάγεται η συντήρηση ενός — αναλογικά — ‘ακριβού’ στρατού και κυρίως η μη-αξιοποίηση των συνεργιών που κάτι τέτοιο θα έπρεπε να συνεπάγεται για την ελληνική οικονομία. Λίγες ημέρες αργότερα ο Τάσσσος έγραψε σχετικά με το θέμα στο reality-tape, παρουσιάζοντας παράλληλα την περίπτωση του Ισραήλ και των ΗΠΑ μέσα από το πρίσμα της δικής του επαγγελματικής ενασχόλησης.
Δυστυχώς μετά από σχετικά σύντομη εξέταση των δημόσια διαθέσιμων δεδομένων η όλη σύγκριση πέραν από ουτοπική είναι και αφελής. Οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις σε πάρα πολλά σημεία, τόσο εκπαίδευσης, πειθαρχίας και ετοιμότητος όσο και στο κρίσιμο τομέα της δομής και υλικού εξοπλισμού αποκαλύπτουν όχι μόνον τραγικές ελλείψεις, αλλά και φοβερή σπατάλη. Δεν μπορούμε να μιλούμε για συνεργίες και αξιοποίηση των πόρων για ανάπτυξη της εγχώριας οικονομίας και της τεχνολογικής ανάπτυξης, όταν η βασική αποστολή του στρατού, αυτή της άμυνας της χώρας, της δημιουργίας ενός αποτρεπτικού μέσου για την όποια πιθανή διαμάχη στη περιοχή, διαβρώνεται από πολιτικές, οικονομικές ή άλλες σκοπιμότητες.
Για πολλά χρόνια η (υπερβολική ίσως) λογική της ισορροπίας στρατιωτικής δύναμης μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος αποτελούσε βασικό στόχο όλων όσων έβλεπαν την Ελλάδα να σπαταλά δισεκατομμύρια σε εξοπλιστικά προγράμματα ενώ τα σχολεία και τα νοσοκομεία της, η οικονομία και οι δημόσιες υπηρεσίες της έπασχαν. Εν μέρει η αντίθεση είχε γερές βάσεις και δυο σκέλη: αφ’ενός τα χρήματα που σπαταλά η Ελλάδα για την άμυνά της είναι πολύ περισσότερα, ως ποσοστό του ΑΕΠ από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και εντυπωσιακά μεγάλο ποσό ανεξαρτήτως αυτού. Δύσκολα μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως, ανεξάρτητα από τη χρήση τους και σε απόλυτες τιμές, είναι απαραίτητο αυτό το κεφάλαιο για αμυντικούς σκοπούς. Πέραν όμως από την καθαρά ιδεολογική αντίθεση με το στρατιωτικό κονδύλι, υπάρχει και η πραγματιστική αντίθεση. Από ανθρώπους που έβλεπαν τη σπατάλη, τη κακοδιαχείριση αλλά και από ανθρώπους όπως ο Τάσος που διέκριναν την ευκαιρία (αλλά όχι την αξιοποίησή της) για τη διπλή εκμετάλλευση των κεφαλαίων αυτών, τη δημιουργία συνεργιών με την ελληνική βιομηχανία, την απόκτηση και καλλιέργια τεχνογνωσίας και εξειδίκευσης, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, επιχειρήσεων κλπ.
Σε όλες τις περιπτώσεις υπήρχε πάντα η κουρασμένη απάντηση πως τα εξοπλιστικά προγράμματα αυτά, παρ’ότι ακριβά, εξασφάλιζαν την άμυνα της χώρας, δημιουργούσαν αντικίνητρα για την όποια πιθανή στρατιωτική περιπέτεια τυχόν σχεδιάζαν οι γείτονες της Ελλάδας. Ένα “ακριβός αλλά αποτελεσματικός στρατός”. Πρόληψη και ασφάλεια. Στα χρόνια μετά το 1974 η Ελλάδα εκσυγχρόνισε σημαντικά την στρατιωτική της μηχανή, έτσι ώστε να διατηρηθεί η ισορροπία δυνάμεων με τη Τουρκία. Δυστυχώς, μόνον ως ‘παρενέργεια’ δημιουργήθηκαν κάποιες θέσεις εργασίας και κάποιες εταιρίες, όμως σίγουρα οι περιπτώσεις αυτές ήταν είτε σαφώς περιορισμένες ή αποτέλεσμα διαπλεκόμενων συμφερόντων ελάχιστων επιχειρηματιών με πολιτικούς και σε καμία περίπτωση δεν έθεταν τις βάσεις για τη δημιουργία ενός υγειούς οικοσυστήματος βιομηχανίας, όπως έχει συμβεί π.χ. στο Ισραήλ ή τις ΗΠΑ. Ελάχιστες δε ελληνικές εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο χώρο της άμυνας κατάφεραν να έχουν βάσεις που θα επέτρεπαν μακροχρόνια βιωσιμότητα, πόσο μάλλον διεθνή παρουσία.
»
Γιού Τέρν.
Μια φορά και έναν καιρό…
Πριν από λίγο καιρό στο podcast που κάνουμε σε ημι-σταθερή βάση με τον Παναγιώτη, τον Γιώργο, τον Αστέρη τον Δημήτρη και εκλεκτούς προσκεκλημένους, μιλούσαμε για mobile internet. Από τη συζήτηση δε θα μπορούσε βέβαια να λείπει το iPhone, μια συσκευή που ανεξάρτητα από τα δικά της πλεονεκτήματα έφερε σημαντική ώθηση στο mobile internet σε όποια αγορά κι’αν μπήκε, αλλού μεγαλύτερη και αλλού μικρότερη.
Έτσι έγινε και στην Ελλάδα, και εκεί που τα ΜΒ για data plans στο κινητό μετρώνταν σε δεκάδες, την ίδια τάξη μεγέθους δηλαδή με τα ευρώ που πλήρωνε κανείς για να τα αποκτήσει, ήρθε (αρχικά) η Vodafone και έδωσε φθηνό, άφθονο mobile internet σε όσους έπαιρναν iPhone. Παράλληλα όλες οι εταιρίες κινητής τηλεφωνίας στη χώρα μας, έκαναν — όπως κάνουν πάντα — ενοχλητικά κακαίσθητη διαφήμιση για το mobile internet ανεξάρτητα τηλεφώνου, δηλαδή μέσω dongles το οποίο χαρίζουν με την αγορά ‘προγράμματος’ (βλ. συμβολαίου) σε κόστη που ξεκινούν από 30 ευρώ μηνιαίως και ανεβαίνουν ανάλογα με τον επιθυμητό όγκο δεδομένων.
Φυσικά το 3G δίκτυο της Vodafone, αλλά και των υπόλοιπων, στην Αθήνα (και πόσο μάλλον εκτός αυτής) είναι μέτριο (στη καλύτερη), όπως θα διαπιστώσει οποιοσδήποτε περάσει έστω και λίγες ημέρες σε κάποια ευρωπαϊκή πόλη, αλλά το ‘αργό’, φθηνό και άφθονο internet μέσω μιας συσκευής όπως το iPhone σίγουρα είναι καλύτερο από την έλλειψη αυτού ή τις χρεώσεις που ξεπερνούσαν σε κάποιες περιπτώσεις το 1 ευρώ το MB.
Όλα καλά λοιπόν για τη πρώτη χρονιά του iPhone 3G, οι εταιρίες πουλούσαν τα dongles τους και τα συμβόλαιά τους ενώ παράλληλα η Vodafone και η Cosmote πουλούσαν το iPhone.
Κοινή Χρήση
Ήρθε λοιπόν, πριν από κάποιες εβδομάδες (για το ευρύ κοινό), το iPhone OS 3.0, η τελευταία και πλέον ισχυρή έκδοση του λειτουργικού αυτής της θαυμάσιας συσκευής. Και μαζί με τα πολλά καλούδια που έφερε, έφτασε και το Internet Tethering, ελληνιστί ‘Κοινή χρήση Internet’ (σίγουρα πάλεψαν πολύ στην Apple πριν χάσουν τη μάχη με τη μετάφραση), δηλαδή το ‘μοίρασμα’ της σύνδεσης του τηλεφώνου με άλλες συσκευές (βλ. υπολογιστές) μέσω USB ή Bluetooth. Φυσικά τέτοια πράγματα τα κάνουν τα περισσότερα κινητά τηλέφωνα που κοστίζουν όσο το iPhone, όμως δύσκολα θα βρεί κανείς τόσο εντυπωσιακά πακέτα δεδομένων (πλέον υπάρχουν βέβαια αρκετά συμπαθητικά πακέτα για μη-iPhone συσκευές. Είπαμε, προκαλεί αλλαγές στην ευρύτερη αγορά αυτή η συσκευή).
Does Parliament Control the Government or Do The Whips Control MPs?
Ίσως η πιο σημαντική, η πιο καίρια ερώτηση που μπορεί να κάνει κανείς σε μια δημοκρατία. Η απάντηση, του Βρετανού σοσιαλιστή του ‘παλαιού’ Labour, Tony Benn, προφανώς αφορά τη Βρετανία, μια χώρα γεμάτη πολιτικές αντιθέσεις που όμως χωρίς αμφιβολία έχει ένα σαφώς δημοκρατικότερο σύστημα από αυτό της Ελλάδος. Αναφέρεται στο κομματικό μαστίγιο [whip], την δική μας ‘κομματική γραμμή’, τη βουλευτική ισχύ (ή την έλλειψη αυτής) πάνω στις αποφάσεις και τις προτάσεις της κυβέρνησης. Ο Benn είναι γνωστός αριστερός πολιτικός στη Βρετανία· η ερώτησή του αυτή όμως δεν έχει σχέση με τον σοσιαλισμό. Θα μπορούσε να είναι κάλλιστα ερώτηση επερχόμενη από κάποιον φιλελεύθερο ή συντηρητικό πολιτικό.
Πριν από κάποιους μήνες το θέμα απσχόλησε αρκετά τους Βρετανούς, με αφορμή το ‘σκάνδαλο’ που ξέσπασε με τα έξοδα των βουλευτών. Κάποιοι τόλμησαν να πούν πως ένα σκάνδαλο όπως αυτό ίσως και έφερνε το τέλος του ‘μαστιγίου’ στη βουλή των Άγγλων. Κι’όμως παρατηρώντας το υπάρχον σύστημα τους, με τα σημαντικά προβλήματα και ελλείψεις του, είναι ένα καθολικά ανώτερο σύστημα από το δικό μας.
»
Όπως είπε φέτος υπάρχουν 3.500 πυροσβέστες λιγότεροι ενώ οι μόνιμοι δεν έχουν μέσα ατομικής προστασίας.
3,500 λιγότεροι πυροσβέστες [από πέρυσι;], μόλις δυο χρόνια μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές σε Πάρνηθα, Εύβοια και Πελοππόνησο και με τη περίοδο των πυρκαγιών να έχει ήδη ξεκινήσει για τα καλά. Και όλα αυτά σε μια χώρα 11 εκατομμυρίων που τουλάχιστον καταφέρνει επιτυχώς να επαναπροσδιορίσει τον όρο ‘ανικανότητα’ και ‘απάθεια’, με περισσότερους δημόσιους υπαλλήλους από τη Γερμανία των 82 εκατομμυρίων και τη Βρετανία των 65 εκατομμυρίων.


