Mag+. The Digital Magazine

Just a few weeks (?) before the rumoured availability of the Apple tablet (whatever its name is), here’s a recent demonstration of what the display, miniature electronics and battery technology may lead to in the near future in the context of magazines. If everything that we’ve heard about the impending release of the Apple tablet is true, I guess there’s a chance that the paper magazine may soon follow the CD and DVD as items of yesteryear. If anything, I am excited about the ecological, typographical and æsthetic consequences such a device might bring, but also somewhat concerned about the loss of the openness that the web has brought us in the last fifteen years or so. [via Mosh].

Mag+ from Bonnier on Vimeo.

Update: Here’s another video featuring a tablet version of Sports Illustrated.

Sports Illustrated – Tablet Demo 1.5 from The Wonderfactory on Vimeo.



The Books

One of the most impressive and original groups that I’ve listened to in the past few years, I’ve been meaning to write something more substantial about this for ages, but never got around to doing it. Difficult, but warm, exceptionally rich in sounds and meaning and at the same time simple, even minimalist in structure, but above all uncategorisable, The Books [on Wikipedia] make music that I’ve come to love more than most in the few years that I’ve been aware of them. It’s not just the rhythmic patterns, the exceptional sampling of natural sounds, the vocals and dialogues, the instruments that are presented in such a subtle, refined way, but the extreme attention to detail and extremely artful manner in which effects, speech samples, sounds and acoustic instruments come together in a glorious reminder of how great real music can be, no matter whether it is the result of natural or artificial means. This is not a band keen on posturing or interested in demonstrating technical prowess; their music is timeless precisely because it focuses on what matters and does away with trends. The music of The Books has soul, but at the same time retains a musical sophistication that’s rare. Open minds and open ears required.


»  Fast ID3 tagging

This is solely for my friend saper who was recently telling me how much he loves it when people post snippets of code that they come up with during their everyday lives, even if they are relatively pointless in the grander scheme of things. Well, today I was listening to a few old mp3 files while coding more important stuff and realised that some had no id3 tags, which was a good excuse to put good ol’ PERL and some shell magic to some use to tag them all, fast. Here’s the two-minute script for tagging files based on the filename (note the ‘[trackno] – [title].mp3’ regex). I ran the script twice, once for the trackname and once for the track number (not shown below, is trivial and left as an exercise for the reader). Hope this is useful to someone, although I guess it mostly serves as proof as to how much you can do with one line of PERL/shell scripting magic. Enjoy =)

ls *.mp3 | while read f; do TRACKNAME=`echo "$f" | perl -e '$a = <STDIN>; $a =~ /(\d\d) - (.*).mp3/; print $2;'`; id3 -t "$TRACKNAME" "$f"; done


» The real choice is liberty versus control

Tyranny, whether it arises under threat of foreign physical attack or under constant domestic authoritative scrutiny, is still tyranny. Liberty requires security without intrusion, security plus privacy. Widespread police surveillance is the very definition of a police state. And that’s why we should champion privacy even when we have nothing to hide.


» The App Store is an ongoing karma leak.

From Paul Graham’s excellent article on the iPhone AppStore:

The dictator in the 1984 ad isn’t Microsoft, incidentally; it’s IBM. IBM seemed a lot more frightening in those days, but they were friendlier to developers than Apple is now.

But the most worrying part, in my view, is that people (and especially developers) are keener on accepting the ludicrous terms that Apple is imposing on them than they were even a few years ago.



Ο Δρόμος του Τσαγιού στα Ιντερτιούμπζ!

Πάει ένας περίπου χρόνος από τη πρώτη μου παραγγελία — και το σχετικό άρθρο για το δικτυακό κατάστημα τσαγιού tsai.gr. Οι εντυπώσεις ήταν ως επι το πλείστον θετικές, με μεγάλη ποικιλία τσαγιών και βοτάνων, άμεση εξυπηρέτηση και εξαιρετικό πακετάρισμα των προϊόντων. Μεγάλη (και σημαντική) εξαίρεση οι τιμές του καταστήματος οι οποίες ήταν περίπου 20% ακριβότερες από αυτές του Δρόμου του Τσαγιού, ενός ‘φυσικού’ καταστήματος που εδρεύει στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και επίσης ειδικέυεται στο τσάι. Αν συνυπολογίσει κανείς και το επιπλέον κόστος των μεταφορικών, οι τιμές για ένα αμιγώς δικτυακό κατάστημα ήταν ανεξήγητα υψηλές.

Την πρώτη μου παραγγελία από το tsai.gr ακολούθησαν αρκετές άλλες όπως και κάποιες επισκέψεις στον Δρόμο του Τσαγιού στο Κολωνάκι. Η ποιότητα των προϊόντων των δυο καταστημάτων ήταν παρεμφερής με κάποιες διακυμάνσεις ανάλογα με τη ποικιλία και το είδος του τσαγιού.

Τις προάλλες συζητούσα με κάποιους φίλους για το tsai.gr και στη συζήτηση αναφέρθηκε ο Δρόμος το Τσαγιού ως εναλλακτική. Αναζητώντας πληροφορίες online, με μεγάλη μου χαρά διαπίστωσα την ύπαρξη νέου δικτυακού τόπου για το εν λόγω κατάστημα.



Οπτικοακουστικό Αρχείο ΕΡΤ — Μέρος Δεύτερο

Τον Δεκέμβριο του 2007, έγραψα ένα άρθρο με τίτλο ‘Οπτικοακουστικό Αρχείο ΕΡΤ’. Ο λόγος ήταν η τεράστια σημασία του εγχειρήματος, τόσο για εμένα, όσο και για εκατομμύρια συμπολίτες μου αλλά και για την ευρύτερη σημασία της διάθεσης του αρχείου, μιας μοναδικής κληρονομιάς και μέρος της ιστορίας αυτού του τόπου.

Παρά τη θετική άποψή μου για την προσπάθεια αυτή όμως, και αγνοώντας — έστω προσωρινά — τις βασικότερες ανησυχίες μου σχετικά με την ιδιοκτησία ενός τόσο σημαντικού έργου από μια ιδιωτική, ως επι το πλείστον, επιχείρηση, βασικές μου ενστάσεις — και ο λόγος για τον οποίο το άρθρο αποτέλεσε σημαντικό εφόδιο στην κριτική του έργου από αρκετούς — αποτέλεσαν αφ’ενός η επιλογή ενός κλειστού φορμά διάθεσης του αρχείου στο κοινό (WMV) και ο αποκλεισμός λειτουργικών συστημάτων όπως το GNU/Linux και τα διάφορα BSDs από τον κατάλογο των υποστηριζόμενων συστημάτων χρήσης του αρχείου και αφ’ετέρου η διάθεση του υλικού σε ιδιαίτερα χαμηλή ποιότητα.

Reel To Reel RecorderΣήμερα, κι ενώ είχα για πολύ καιρό αποφύγει την επίσκεψη στον δικτυακό τόπο, επέστρεψα και διαπίστωσα πως το υλικό πλέον παρέχεται σε video κωδικοποιημένο με Sorenson (h.263), υπο μορφή αρχείου flv και μέσω flash player· η αλλαγή είναι σίγουρα ευπρόσδεκτη καθώς οι περισσότεροι φυλλομετρητές υποστηρίζουν flash. Αγνοώ γιατί δεν επελέχθη το h.264 καθώς παρέχει σαφώς καλύτερη απόδοση στο ίδιο εύρος ζώνης, αλλά επιπλέον γιατί η ποιότητα του υλικού παραμένει τραγική· φαντάζομαι πως βασικός λόγος δεν είναι το bandwidth ή το κόστος, αλλά κυρίως η αποτροπή “παράνομης” χρήσης του υλικού δίχως την άδεια της ΕΡΤ (παρά το γεγονός πως το λογότυπο της ΕΡΤ δεσπόζει, ως υδατογράφημα, στο αριστερό μέρος του κάδρου). Δυστυχώς το τελικό αποτέλεσμα κάνει την θέαση του υλικού δύσκολη και κουραστική και το εγχείρημα σαφώς λιγότερο επιτυχές.

Ελάχιστα φαίνεται να έχει κατανοήσει η ΕΡΤ, δύο σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη παρουσία του αρχείου στο διαδίκτυο, τη σημασία της διάθεσης του υλικού αυτού. Ελάχιστα φαίνεται να έχει ασχοληθεί με διεθνείς αντίστοιχες προσπάθειες, όπως αυτές του βρετανικού BBC, του αμερικάνικου PBS, το Hulu και άλλες, που θέλουν το internet να αντικαθιστά τόσο την ψηφιακή επίγεια τηλεόραση όσο και — σε μεγάλο βαθμό — άλλα οπτικά μέσα αποθήκευσης video υψηλής ευκρίνειας. Μπορεί το βάρος της ευθύνης να μη πέφτει μόνον στην ΕΡΤ αλλά να σκιαγραφεί μια γενικότερη αστοχία της ελληνικής διαδικτυακής ‘κοινότητας’ (βλ. έλλειψη ενός γρηγορότερου εθνικού δικτύου, κακή διείσδυση ευρυζωνικών συνδέσεων, χαμηλή ποιότητα υπηρεσιών, χαμηλό ενδιαφέρον για νέες τεχνολογίες κ.ο.κ.), όμως ως ο φορέας υλοποίησης και ο αυτοδιορισμένος — λόγω κακής νομοθετικής ρύθμισης — ‘αρχειοφύλακας’ της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας η ΕΡΤ φέρει μεγάλο μέρος της ευθύνης.

Reel recorder by William A. Franklin/Flickr. Licensed under Creative Commons.


Commodity Infiniband

In 2004 I was asked to design a HPC cluster by my supervisor at Imperial; for a long time this process resembled choosing components for an enthousiast microcomputer in the 1970s and 1980s; choosing the right components that, together, would provide the best platform (processor, storage, memory bandwidth, interconnects) for your cluster. Even in 2004, five years ago, this wasn’t as forthcoming as it is in the server or home computer market today: Apple had pretty good performance/price ratios in the XServe G5 (remember Virginia Tech?) and the performance per watt wasn’t that bad either — at least in the small window of time I got to come up with the spec. Intel had a Titanic Failure in the Itanium family and the Xeons and Opterons were having a field day.

But it was choosing the interconnects, that is the technology that networks the computers together, that was the most interesting; the two proprietary technologies that were most prominent among vendors in supercomputing at the time were Myricom’s Myrinet and Mellanox Infiniband (other options were Quadrics, SP Switches and other proprietary solutions). The former was much cheaper, but also had a strong, but dwindling presence in the top tier of supercomputing clusters, a bad sign; the latter was an up-and-coming competitor, faster, but also much more expensive. And Gigabit Ethernet was rapidly becoming the ‘Open Standard King’.

In my proposal I went with Infiniband, not only because it had the best performance, but also because it seemed futureproof enough for the needs of the group. While the design was approved, the cluster was never funded, partly due to the marginal needs of the research group (I was probably one of the very few people around that would make use of it and I left a year later) and partly due to the fact that a much larger network-simulation cluster had been installed less than a year earlier and many thought that yet another cluster was pointless (even though the two systems were completely different in architecture and scope).

Nevertheless, the experience of designing the cluster was great and five years later I’m reading that Infiniband, the technology I had chosen in 2004 for a supercomputing cluster is now more ‘readily’ available in two boards by MSI and Asus. With 10GE slowly entering the mass-market, technologies like Infiniband seems increasingly uninteresting, but it’s great when good technology trickles down to commodity hardware and at such lower prices, making the acquisition of HPC cluster hardware easier than ever before.


Linode. Affordable, Fast, SSD VPS