The jing-jang of hardware and software support

Ever since the 1980s, a vicious cycle of software and hardware requirements and updates has ‘plagued’ users and maintained high and constant rents to the vendors who systematically collude to render their previous offerings obsolete, while forcing (not enticing) their customers to upgrade to the latest incarnation of their products.

The justification for this form of planned obsolescence has — invariably — involved mention of changing standards, APIs, market and technical requirements, certifications and so on. Perfectly good products have time and again been condemned to retirement only because their manufacturer deemed it uneconomical to maintain support for them.

During the late 1990s and early 2010s, the open source community did much to reverse this process, with varying results. Open source drivers, initially developed by individuals and, later, by small companies aiming to attract revenue from disgruntled users that wanted to preserve their investment in hardware devices, proved that the ‘market’ and ‘economics’ arguments were invalid at best (and deeply hypocritical at worst). Some OEMs quickly embraced open source, providing access to their device driver source code; others maintained a binary blob. Others, when their positioning afforded them the option, maintained their limited support policy.

Sadly the allure of SaaS and cloud-based solutions, the gradual conversion of personal computing equipment to ‘appliances’, both through the proliferation of Android and iOS-based devices, through the integration of erstwhile external components (sound cards, networking, I/O interfaces) and the inevitable demotion of activities previously requiring support for device interconnection (printing is an example), has led to the apparent sidelining of this issue, by both consumers and regulators.

There are many major vendors guilty of this. Canon, who limits support to printers and scanners only a few years after they are released. Native Instruments, who ceases to support hardware devices only a mere 5-6 years post release, citing changing APIs in Windows or macOS, even though those devices are extremely simplistic (the Rig Kontrol 2 and 3 are good examples here) and the community might be able to keep providing support for them for years, had the company released the specifications for writing a device driver. Apple and Microsoft itself, the former removing new features when their software runs on older devices, even though said devices were perfectly adequate, the latter requiring the use of a new CPU to run the latest version of Windows 10, again for no good reason.

This type of behaviour, along with vendor lock in, constitutes rent-seeking and is harmful, for all the reasons rent-seeking is harmful, both to the economy, consumers, the environment and competition.

And this is one case where regulators should step in. In the EU the warranty for defects is mandated to be at least 2 years. But there is no mention of support periods for dependent products. Regulators require either longer term support for products sold (explicitly setting minimum terms to the pre-sale specifications put forth by the vendor) or opening up of full, detailed specifications for all parts, components or mechanisms involved in the product(s) involved to the public at no cost for the community (or competitors) to maintain.

As long as the operating framework remains unchanged there is little to no incentive for any vendor to change their ways and start supporting their devices for the long haul.



Ζήτημα αξιοπιστίας

Ένα από τα μεγάλα προβλήματα στο ελληνικό επιχειρείν είναι αυτό της αξιοπιστίας. Συχνά, κατηγορούμαστε, ως λαός, πως αποφεύγουμε το ρίσκο, πως είμαστε καχύποπτοι και συντηρητικοί στις ενέργειες, τα πλάνα, την γενικότερη δραστηριότητά μας. Και σε έναν μεγάλο βαθμό είναι αλήθεια.

Υπάρχουν όμως και αρκετοί λόγοι που συμβαίνει αυτό: η ελληνική πραγματικότητα είναι γεμάτη από περιπτώσεις που απογοητεύουν και χαρακτηρίζονται από επιπολαιότητα, πλήρη αδιαφορία για την φήμη ή την εμπιστοσύνη που εμπνέει κανείς, περιπτώσεις ‘αρπαχτής’ από τον πιο μικρό επαγγελματία που θα σου πουλήσει ένα ελαττωματικό προϊόν εν γνώσει του και θα αρνηθεί την ευθύνη, μέχρι την μεγάλη επιχείρηση που θα παραβεί βασικούς κανόνες μιας συμφωνίας ή δεν θα πληρώσει για υπηρεσίες και αγαθά που αγόρασε. Δεν είναι όμως όλοι έτσι και μερικές φορές εμφανίζονται εγχειρήματα που επιδεικνύουν καινοτομία και υπόσχονται πρόοδο και αλλαγή, παρά τις αντίξοες συνθήκες. Και σε αυτό το άρθρο θα ήθελα να ασχοληθώ με ένα από αυτά, μια εταιρία που έχει συγκεντρώσει εντελώς αντιφατικές απόψεις γι’αυτήν και που έχει επιτύχει σημαντικά στην αγορά, αλλά παράλληλα, κατά τη γνώμη μου, έχει κάνει και εξακολουθεί να κάνει πολύ σημαντικά λάθη που ίσως της κοστίσουν περισσότερο απ’ότι νομίζει.

Η περίπτωση της Viva

Την εταιρία Viva την παρακολουθώ πολλά χρόνια και είχα την χαρά να γνωρίσω και την βασική ομάδα των ιδρυτών της, με τους οποίους έχω μιλήσει πολλάκις. Είναι άνθρωποι έξυπνοι, που δουλεύουν πολύ και παρά τις συνθήκες κατάφεραν να στήσουν μια πολύ δυναμική εταιρία με παρουσία σε πολλές ‘αγορές’: αυτή της μουσικής, του τουρισμού, των τηλεπικοινωνιών, των εισιτηρίων για θεάματα και, πρόσφατα, των πληρωμών.

Προ αρκετών ετών, στο ξεκίνημά τους στον χώρο των τηλεπικοινωνιών, την επέλεξα τόσο για προσωπικούς όσο και για τους εταιρικούς αριθμούς της Cosmical, καθώς είχε εξαιρετική ποιότητα υπηρεσιών, καλοστημένη υπηρεσία και πολύ ανταγωνιστικές τιμές. Προφανώς η αγορά των αριθμών και υπηρεσιών SIP/VoIP σταδιακά έπαψαν να είναι βασικό αντικείμενο της εταιρίας και έτσι στις 28 Ιανουαρίου 2015 (πριν από περίπου ενάμιση χρόνο) κάποιος στην διοίκηση της εταιρίας επέλεξε να αυξήσει τις τιμές της 3 φορές (300%). Αυτό δεν το έπραξε όμως δίνοντας προειδοποίηση ούτε εξηγώντας τον λόγο που αύξησε τις τιμές, δεν έβγαλε κάποια ανακοίνωση που να δικαιολογεί την αύξηση (π.χ. λόγω αύξησης του δικού της κόστους), αλλά απλά δημοσίευσε τον ‘νέο τιμοκατάλογο’. Η απρόσμενη, ξαφνική, αδικαιολόγητη και τεράστια αύξηση προκάλεσε την αντίδραση αρκετών πελατών της (βλ. για παράδειγμα ένα από τα σχετικά threads στο adslgr.com).

Μια τέτοια ενέργεια, που δεν συνοδεύεται από μια πολύ καλή και πειστική εξήγηση δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως καλή πρακτική, αλλά είτε ως λάθος ή — για τους λιγότερο καλοπροαίρετους — πιθανόν μια προμελετημένη κίνηση σταδιακής απομάκρυνσης από μια αγορά στην οποία η εταιρία μάλλον δεν βλέπει μελλοντικά κέρδη. Είναι προφανώς δικαίωμα της κάθε εταιρίας να ορίζει τις τιμές των υπηρεσιών της όπως επιθυμεί (εφόσον το νομικό πλαίσιο του κλάδου/τομέα της το επιτρέπει), όμως αμφιβάλλω για το πόσο έξυπνο είναι αυτό: όταν παρέχεις μια μόνιμη, σταθερή υπηρεσία στην οποία βασίζονται οι πελάτες σου σε βάθος χρόνου, σε αντίθεση με μια ‘βραχυχρόνια’ (ή ακόμη και στιγμιαία) υπηρεσία, όπως π.χ. η πώληση ενός εισιτηρίου, είναι σημαντικό να διατηρείς την φήμη, την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη που σου έχουν οι πελάτες σου, αποφεύγοντας τις δυσάρεστες εκπλήξεις, ή τέλος πάντων κάνοντας την υπηρεσία όσο πιο προβλέψιμη γίνεται. Θα μπορούσε να πει κανείς πως οι τηλεπικοινωνίες είναι μια τέτοια υπηρεσία.

Ιστορικά όμως μια άλλη υπηρεσία είναι αυτή που εξ’ορισμού εδράζεται στην εμπιστοσύνη: η τραπεζική. Μια τράπεζα, στις ημέρες μας ειδικά, δεν εμπορεύεται χρήμα — αυτό μάλλον της λείπει. Κυρίως εμπορεύεται εμπιστοσύνη. Απορώ λοιπόν, ελλείψει όχι απλώς πειστικής αλλά οποιασδήποτε εξήγησης από την πλευρά της Viva, με ποιό κριτήριο αυξήθηκαν οι τιμές σε μια υπηρεσία της — αυτήν των υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών — με έναν τόσο άκομψο και δυσάρεστο τρόπο που προδίδει την εμπιστοσύνη των πελατών της, που καταστρέφει την αξιοπιστία της στην αγορά ως ένας σταθερός και σοβαρός πάροχος υπηρεσιών, όταν η ίδια εταιρία προσπαθεί με νύχια και με δόντια να αποδείξει την αξία της σε έναν χώρο όπου η εμπιστοσύνη είναι ο πιό βασικός παράγοντας και ταυτόχρονα υπάρχει τεράστιο έλλειμμα αυτής από τους συστημικούς παίκτες τους οποίους καλείται να ανταγωνιστεί. Αν μη τι άλλο εγώ θα έκανα ό,τι μπορούσα για να αυξήσω την εικόνα της εταιρίας ως σοβαρή και να εμπεδώσω στο μυαλό των καταναλωτών (αλλά πρωτίστως των επαγγελματιών) στους οποίους απευθύνομαι την απόλυτη και ακλόνητη πεποίθησή μου να γίνω και να παραμείνω ένας σταθερός και αξιόπιστος συνεργάτης και όχι μια εταιρία που συνηθίζει να ‘ανοίγεται’ σε νέους κλάδους για μερικά χρόνια, ‘πηδώντας’ από τον ένα στον άλλο σε αναζήτηση γρήγορου και μεγάλου κέρδους.

Κι εδώ ερχόμαστε στο ζητούμενο. Με την οικονομία σε κρίση και τις σαθρές συνθήκες που μας έφτασαν εδώ, κατά πολλούς οι τράπεζες είναι εντελώς ανεπαρκείς για την σύγχρονη οικονομία, αρκούμενες στο να αναμασάνε διεθνή buzzwords τύπου ‘fintech’ και να σπαταλούν εκατομμύρια σε εξαιρετικά κακά προγράμματα επιβράβευσης, κιτς διαφημίσεις και εφήμερες αναλαμπές επιφανειακού εκσυγχρονισμού (βλ. ο μαραθώνιος των POS), ενώ παράλληλα συνεχίζουν να προσφέρουν εξαιρετικά λίγα σε μια οικονομία και κοινωνία που καταρρέει, αφιερώνοντας τεράστιο μέρος του χρόνου και των πόρων τους στον (είμαι βέβαιος πολύ δυσάρεστο) χώρο των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων. Και αυτό νομίζω συνοπτικά εξηγεί γιατί η Viva, και η κάθε αντίστοιχη εταιρία που επενδύει και μπαίνει σε αυτόν τον χώρο, με σαφώς μεγαλύτερη δυναμική καινοτομίας και ανανέωσης από τους υφιστάμενους παίκτες, θα έπρεπε να έχει ως πρωτεύουσα μέριμνα της την ενίσχυση εικόνα της ως αξιόπιστο συνεργάτη, τόσο των καταναλωτών όσο και των επαγγελματιών. Και αυτό σημαίνει όχι απλά να προσφέρει καινοτόμες υπηρεσίες αλλά να προσφέρει όσο το δυνατόν μεγαλύτερες εγγυήσεις και να προβάλλει την εικόνα της ακλόνητης σταθερότητας και εμπιστοσύνης.

Αυτό δεν συνάδει με μια εταιρία που, χωρίς προειδοποίηση, εν μια νυκτί, τριπλασιάζει τις τιμές της στις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών (και που, γενικότερα, έχει αφήσει να παρακμάζουν καθώς μάλλον δεν της ‘βγάζουν’ πλέον αρκετά χρήματα για να ασχοληθεί). Ή, για παράδειγμα — τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα — που αναγκάζει τους πελάτες της είτε να χρησιμοποιούν το ‘πορτοφόλι’ της ή να πληρώνουν 3 ευρώ επιπλέον προμήθεια (που αν και μάλλον νόμιμο, δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για τις προθέσεις της εταιρίας), ή που ζητά ‘φιλοδώρημα’ από τον καταναλωτή κατά την αγορά εισιτηρίων (που σίγουρα υπολείπεται της απαραίτητης σοβαρότητας). Σίγουρα τα παραπάνω, ανεξάρτητα από το εάν υπάρχει εμπορικό, νομικό ή όποιο άλλο έρεισμα γι’αυτά, δεν δίνουν την εικόνα ενός αξιόπιστου, σταθερού συνεργάτη, ενός σοβαρού νέου παίκτη που δεν ζητά απλώς την προσοχή σου για 5′ και €20 στα πλαίσια της πώλησης ενός εισιτηρίου συναυλίας ή θεάτρου, αλλά ζητά και προσπαθεί να κερδίσει την εμπιστοσύνη σου για πολλά χρόνια και πιθανόν το μεγάλυτερο μέρος των εσόδων που θα έχεις αυτά τα χρόνια για να σου προσφέρει υπηρεσίες εκκαθάρισης ηλεκτρονικών πληρωμών. Και μπορεί ίσως ένας καταναλωτής εύκολα να συγχωρήσει την παραπάνω επιπολαιότητα και έλλειψη σοβαρότητας, αλλά φοβάμαι πως οι επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες δεν θα τα συγχωρήσουν τόσο εύκολα.

Και είναι κρίμα, γιατί από πολλές απόψεις η Viva είναι μια από τις λίγες εταιρίες που πραγματικά έχουν καινοτομήσει στην Ελλάδα στον χώρο του ηλεκτρονικού επιχειρείν τα τελευταία χρόνια, με μεγάλη δυναμική και μέγεθος που θα μπορούσε, με σωστή εκτέλεση, να φέρει μεγάλες αλλαγές και πιστεύω πως χρειαζόμαστε τέτοια εγχειρήματα – που όμως για να επιτύχουν σε βάθος χρόνου θα πρέπει να πείθουν ακόμη και τον πιο σκεπτικό και επιφυλακτικό παρατηρητή. Όχι μόνον για την καινοτομία τους — και όσα αυτή επιφέρει — αλλά για την αξιοπιστία τους, την διάρκεια και την σταθερότητά τους. Αυτό, για εμένα, είναι το βασικό πρόβλημα της Viva, και πολλών άλλων εταιριών στην Ελλάδα, σήμερα και αυτό που θα ήθελα να δω να αλλάζει.


»  Disempowering the user.

I think what really happened was that in the early days of personal computing, decisions were made to give the user an enormous amount of freedom, to communicate without barriers and to share files. And consumers started to use those to, you know, trade information, outside of the boundaries of the law. Since about 2007 or 2008 though we’ve seen a complete shift in this paradigm. Since that time the technologists and the rights holders have really been working together to disempower the user and to turn them more into a customer. So the goal is no longer to empower the computing user, it’s to extract value from them. And I think if you look at your smartphone you’ll see that: it’s a lot more closed than a PC used to be. You almost always have to go through a corporate intermediary. And that was not the case in the early days of computing. There was a period there where the average user had an extraordinary amount of power to do, basically, what they saw fit.

This is a quote by Stephen Witt, author of ‘How Music Got Free’, as mentioned in The Pop Star and the Prophet (around the 20 minute mark), a BBC podcast published back in September — if you’re a music lover in addition to a technology enthusiast, you should listen to the podcast and, perhaps, read the book.

And while his book is probably only tangentially interesting to anyone interested in the history of technology, but without an interest in music, the quote couldn’t possibly be more accurate or well-put.



Τηλεπικοινωνιακή παράνοια.

Αν ταξιδέψατε σε κάποιο απο τα ελληνικά νησιά φέτος με ένα 4G smartphone μάλλον θα διαπιστώσατε πως η ταχύτητα μεταφοράς των δεδομένων από και προς τη συσκευή σας ήταν εντυπωσιακά μεγάλη. Στην πραγματικότητα συχνά ξεπερνούσε τα 60Mbps downstream/15Mbps upstream.

Ταχύτητες εντυπωσιακές, ιδιαίτερα όταν λαμβάνει κανείς υπόψη το αρχιπέλαγος των ελληνικών νησιών, τις αποστάσεις, τα όρη κ.ο.κ. Οι επενδύσεις στην αγορά της κινητής τηλεφωνίας την τελευταία δεκαετία, παρά την ολιγοπωλιακή κατάσταση της αγοράς, αποδίδουν καρπούς. Την ίδια στιγμή η κατάσταση των (ενσύρματων) ευρυζωνικών συνδέσεων σε συνδυασμό με τις αστείες διαφημίσεις VDSL του ΟΤΕ, που κατακλύζουν διαδίκτυο – αλλά φαντάζομαι και στα υπόλοιπα μέσα ενημέρωσης που δεν παρακολουθώ – είναι τραγική.

Βασικός λόγος που οι παρεχόμενες υπηρεσίες ευρυζωνικών συνδέσεων στη χώρα μας είναι χαρακτηριστικά κακές, στον πάτο της κατάταξης μεταξύ των χωρών της ΕΕ15 και κάτω του μέσου όρου στην ευρύτερη κατάταξη των ΕΕ28, είναι η έλλειψη ανταγωνισμού. Για τον ίδιο λόγο παρατηρούμε πως οι σύγχρονες ευρυζωνικές συνδέσεις βασισμένες σε οπτικές ίνες, είτε αυτές φτάνουν μέχρι τη καμπίνα/καφάο του παρόχου (FTTC, βλ. VDSL2) είτε μέχρι το σπίτι (FTTB, FTTH), συνδέσεις που παρέχουν δηλαδή τουλάχιστον 30Mbps downstream στους συνδρομητές τους και συχνά αποκαλούνται NGA, ή Συνδέσεις Νέας Γενιάς, στην Ελλάδα είναι ελάχιστες και ιδιαίτερα ακριβές για το ελληνικό πορτοφόλι.



Ανόητη Ερώτηση. Συμβολική Απάντηση.

Η Ελλάδα παραλύει. Ο πανικός έχει ήδη αρχίσει να τρυπώνει στην καθημερινότητά των Ελλήνων. Αύριο καλούμαστε να απαντήσουμε σε ένα παραπλανητικό ερώτημα. Ένα άτοπο ερώτημα. Ένα διχαστικό ερώτημα. Ένα ερώτημα χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, για μια κακή πρόταση που δεν υφίσταται πλέον, που έχει ήδη αντικατασταθεί από δύο νεότερες προτάσεις, επίσης κακές. Προτάσεις ελλιπείς, που δεν λύνουν το πρόβλημα του υπέρογκου χρέους, της ύφεσης, των κύριων παθογενειών του ελληνικού κράτους. Που δεν λύνουν ούτε τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε αλλά ούτε αυτά που θα αντιμετωπίσουμε τις επόμενες δεκαετίες, όταν το 60% αυτών των ‘νέων άνεργων’ γίνει η βασική παραγωγική ομάδα του τόπου.

Και έτσι απαντάμε. Διχαστικά, βλακωδώς, με πάθος, χωρίς σκέψη. Παίρνουμε θέση στα στρατόπεδα της βλακείας, τα προϊόντα μιας τραγικής διαπραγμάτευσης από μια άπειρη και επικοινωνιακά ανίκανη κυβέρνηση. Το δημοψήφισμα έγινε για πολλούς λόγους, πολλοί από τους οποίους λίγο έχουν να κάνουν με την Ευρώπη, και περισσότερο με τις εσωτερικές ισορροπίες στη συγκυβέρνηση και τις διαφορετικές φράξιες της.

‘Όχι’, “για την αξιοπρέπεια”, ίσως και για την εκδίκηση. Εκδίκηση απέναντι στους ανάλγητους, άπληστους, απάνθρωπους Ευρωπαίους που προτιμούν το μαύρο μελάνι από το κόκκινο ακόμη κι όταν η κοινωνία ολόκληρη ματώνει. Αλλά και τους διεφθαρμένους, μύωπες πολιτικούς των τελευταίων 40 ετών. Μόνο που το Όχι λίγο έχει να κάνει με την ανύπαρκτη πρόταση στην οποία αναφέρεται. Όταν απαντάς σε ένα ανόητο, ασαφές ερώτημα, και ο αποδέκτης της απάντησής σου, οι συνομιλητές σου, εχθροί και φίλοι, σύσσωμοι σε προειδοποιούν για τη σημασία του, απαντάς γι’αυτήν, όχι για τους λόγους που εσύ πιστεύεις ή φαντάζεσαι: ο συμβολισμός αλλάζει. Λίγο έχει να κάνει με τη διαπραγμάτευση που θέλει να επικοινωνήσει η κυβέρνηση. Λίγο έχει να κάνει με την ‘βούληση του ελληνικού λαού’. Το Όχι αφορά την Ευρώπη. Πολλοί από τους φανατικότερους οπαδούς του Όχι το λένε ανοιχτά άλλωστε. Επιθυμούν έξοδο. Όχι μια βελούδινη, κοινή συναινέσει έξοδο από την Ευρωζώνη, “γιατί δεν φαίνεται να δουλεύει για την Ελλάδα”. Μια άτακτη έξοδο από την Ευρωζώνη και πιθανόν την Ευρωπαϊκή Ένωση, μια ρήξη. Μια επίθεση καμικάζι που θα μας σκοτώσει αλλά θα λαβώσει και τους εχθρούς. Καταστροφική εκδίκηση με εθνικιστικό πρόσημο.




Η Ώρα του Ηλίου


1η Μαΐου. Ο ήλιος λάμπει στην Αθήνα, κι’όμως η διάχυτη κατήφεια τείνει να χρονίσει στην ελληνική πρωτεύουσα. Προϊόν δεκαετιών οικονομικής εξάρτησης και δανεικών, ψευδούς ευφορίας, παράλογων προσδοκιών και απαιτήσεων, κάκιστης διαχείρισης και αδιαφορίας σε συνδυασμό με ένα παγκόσμιο οικονομικό σύστημα που πλέον στερείται οποιασδήποτε ηθικής ή λογικής βάσης, δύσκολα θα μπορούσαν να είχαν διαφορετικό αποτέλεσμα. Στα χρόνια της αλόγιστης οικονομικής μέθης στην Ελλάδα, της εννιαετίας 2000 – 2009, η κυβέρνηση Καραμανλή είχε επιχειρήσει (αποτυχημένα) μια πρώιμη απελευθέρωση της παραγωγής και διάθεσης του ηλεκτρικού ρεύματος, ταυτόχρονα με την επιδότηση και ενίσχυση όσων ήθελαν να επενδύσουν σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ).

Εκείνη την εποχή, οι ΑΠΕ για τους περισσότερους είχαν μια ιδιαίτερα ελαφρά σημασία. Το ευρύ κοινό τις αντιμετώπιζε σαν ένα οικολογικό ανέκδοτο, ένα πολιτικό παιχνίδι, μια ανούσια παρένθεση, έναν ακόμη ‘τρόπο να φάνε κάποιοι λεφτά’ κ.ο.κ. Κάποιοι άλλοι, διακρίνοντας την οικονομική ευκαιρία, τις είδαν απλά σαν ένα επενδυτικό όχημα που θα τους απέφερε περισσότερα από άλλα, “με την εγγύηση του δημοσίου” και του ηλίου ή του ανέμου.



Περί Πλαστικού χρήματος

Πανταχού παρούσα η είδηση σήμερα πως η κυβέρνηση σκοπεύει να προωθήσει, με ποικίλους τρόπους, την χρήση ‘πλαστικού χρήματος’, ήτοι χρεωστικών και πιστωτικών καρτών αντί μετρητών, με στόχο την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Από πολλές απόψεις το σχέδιο αυτό αποτελεί την εξέλιξη παλαιότερου σχεδίου — επί κυβερνήσεως Γ.Α. Παπανδρέου — που περιόρισε την χρήση μετρητών τοποθετώντας μέγιστα ποσά (€1500 για προσωπικές αγορές και €500 για συναλλαγές νομικών προσώπων), μια πρωτοφανής — για δυτική χώρα — ρύθμιση που αφενός ριζικά αμφισβητεί το εθνικό νόμισμα και περιορίζει τη χρήση του, και αφετέρου — εμμέσως πλην σαφώς — δίνει (περαιτέρω) εναύσματα σε όσους παρανομούν, κινούμενοι στην παραοικονομία. Δεν έχω στοιχεία αλλά εικάζω πως η συγκεκριμένη ρύθμιση του 2011 δεν έχει κανένα ουσιαστικό θετικό αποτέλεσμα.

Πως συγκρίνεται όμως η υφιστάμενη νομοθεσία με την νέα, προτεινόμενη από τη σημερινή κυβέρνηση; Στη μελέτη του κ. Γεωργικόπουλου, βάσει δημοσιεύσεων στον ημερήσιο τύπο, θα συνδυαστεί το καρότο (λοταρίες και κληρώσεις, μειώσεις φόρου) με το ραβδί (περαιτέρω απαγόρευση της χρήσης των μετρητών, π.χ. σε όλες τις συναλλαγές με το Δημόσιο ή σε συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων).

Είναι σαφές πως η κυβέρνηση ορθώς στοχεύει στην αύξηση της χρήσης του πλαστικού χρήματος ως μέσο μείωσης της φοροδιαφυγής. Επιστρέφοντας από τη Βρετανία το 2005 μου έκανε τεράστια εντύπωση η απόκλιση της Ελλάδας από τη χώρα εκείνη. Οι χρεωστικές κάρτες ήταν κάτι σε μεγάλο βαθμό άγνωστο στο ευρύ κοινό, οι πιστωτικές ήταν κοινός τόπος όμως η χρήση τους ήταν σχετικά περιορισμένη σε μεγαλύτερες αγορές, τα περισσότερα σημεία καθημερινών αγορών στερούνταν οποιαδήποτε υποστήριξη για ηλεκτρονικές πληρωμές. Εκεί που στο Λονδίνο κινούσουν με μια Switch (αργότερα αντικαταστάθηκε από τη Maestro ή Visa Debit) στην τσέπη, στην Αθήνα χρειαζόσουν ένα πορτοφόλι γεμάτο νομίσματα και χαρτονομίσματα. Σιγά σιγά αυτό άλλαξε, τόσο με τα προγράμματα επιβράβευσης των τραπεζών όσο και με την σταδιακή διείσδυση της τεχνολογίας που έκανε πιο γνώριμη τη χρήση των καρτών, και αργότερα ηλεκτρονικών πλατφόρμων όπως το PayPal ή την ελληνική Viva σε μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Η διευκόλυνση για νόμιμους καταναλωτές και επιχειρήσεις (αλλά και το φορολογικό πλεονέκτημα) είναι τεράστιο.

Όμως υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά μεταξύ του βρετανικού μοντέλου και του ελληνικού. Ακόμη και σήμερα, απ’όσο γνωρίζω, η Βρετανία δεν επιβάλλει όριο στην χρήση μετρητών για ατομικές αγορές. Τα μετρητά γίνονται δεκτά σε όλες τις επιχειρήσεις και υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τουλάχιστον για σχετικά μικρά ποσά. Απουσιάζει δηλαδή, σε μεγάλο βαθμό, το ‘ραβδί’ από τα προτεινόμενα μέτρα, ενώ σίγουρα προσφέρονται πλεονεκτήματα και προνόμια από την χρήση του τραπεζικού συστήματος για πληρωμές.

Μεταξύ των δύο, πιστεύω ακράδαντα πως το ‘καρότο’ της επιβράβευσης είναι η λύση που θα έπρεπε να υιοθετεί η κυβέρνηση, σε συνδυασμό με ελέγχους και μια αναβαθμισμένη υποδομή επεξεργασίας και ανάλυσης των στοιχείων των πολιτών. Η απαγόρευση/κατάργηση των μετρητών, το ‘ραβδί’ που εφάρμοσε η κυβέρνηση του Γ.Α. Παπανδρέου αλλά και προτείνει να επεκτείνει η σημερινή, είναι καταδικαστέο σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν ο στόχος είναι η πάταξη της φοροδιαφυγής.



Δυο ημέρες με το Myo

Πριν από τρία περίπου χρόνια εξετάζαμε το ενδεχόμενο ανάπτυξης του AthensBook ως ένα ‘φυσικό’ αντικείμενο (κιόσκι) το οποίο θα βρισκόταν σε συγκεκριμένα σημεία στην πόλη (π.χ. στο lobby ενός ξενοδοχείου, ενός δημόσιου κτηρίου ή την σάλα ενός καταστήματος) και θα επέτρεπε σε περαστικούς αλλά και τακτικούς χρήστες της εφαρμογής να λάβουν υπερ-τοπικές πληροφορίες ακόμη και όταν δεν είχαν μαζί τους κάποια συσκευή που υποστηρίζουμε (η διείσδυση των smartphones το 2011 ήταν αρκετά — πιο — περιορισμένη απ’ότι σήμερα). Στα πλαίσια της αρχικής έρευνας έκανα μια αίτηση στην Leap Motion για την, ιδιαίτερα καινούργια τότε, συσκευή τους το Leap Motion Controller. Η ιδέα ήταν απλή: να αντικαταστήσουμε το ‘άγγιγμα’ με ‘gestures’ στον αέρα. Να δώσουμε τη δυνατότητα χρήσης της ‘εφαρμογής’ δηλαδή χωρίς την υποχρέωση του αγγίγματος μιας οθόνης (κάτι που είναι, δυνητικά, δύσκολο σε κάποιες περιπτώσεις, όπως π.χ. όταν συναντώνται capacitive touchscreens και γάντια). Λίγο καιρό αργότερα η αίτηση έγινε δεκτή και λάβαμε το Leap Motion SDK και ένα prerelease unit του Leap.

Δυστυχώς η εμπειρία χρήσης ήταν κατώτερη των προσδοκιών. Αφήνοντας τα προβλήματα στη πλευρά του λογισμικού (το οποίο συνεχώς ενημερώνεται και βελτιώνεται) η εμπειρία που είχαμε ήταν αντίστοιχη αυτής που έχει καταγραφεί από αρκετούς, κάποιους περισσότερο και άλλους λιγότερο διάσημους, καθώς και διάφορα μέσα: το Leap είναι ένας πολλά υποσχόμενος, ίσως και επαναστατικός τρόπος χρήσης του υπολογιστή σου αλλά σήμερα δεν είναι ούτε κατ’ελάχιστον έτοιμος για χρήση από το ευρύ κοινό. Τα προβλήματα του είναι αρκετά και πολυδιάστατα: αφενός πρέπει να κρατάς σε σταθερή σχετικά απόσταση το χέρι σου από τον αισθητήρα. Και όσο γυμνασμένο χέρι, μπράτσο και ώμο κι αν έχεις, αυτό γίνεται πολύ γρήγορα κουραστικό, αν όχι αδύνατο. Αφετέρου, δεν έχει καθόλου εύκολο τρόπο να ‘κλείσεις’ τη συσκευή προσωρινά. Τα ‘όρια’ μεταξύ λειτουργίας και παύσης είναι εντελώς αυθαίρετα. Υπάρχουν κάποια gestures που τείνουν να γίνουν πρότυπο αλλά αφενός δεν είναι αποδεκτά απ’όλους ακόμη, αφετέρου πολλές φορές στο μεσοδιάστημα μερικών δεκάτων του δευτερολέπτου που μεσολαβεί ενδέχεται να εκληφθούν κινήσεις και εντολές από τη κίνηση του καρπού, κάτι που σε περιπτώσεις μπορεί να είναι καταστροφικό. Το τελευταίο μέρος σταδιακά βελτιώνεται με καλύτερες βιβλιοθήκες και καλύτερους ‘πελάτες’ αυτών, όμως τέτοια ζητήματα διεπαφής είναι πολύ βασικά και, όπως φαίνεται, δεν έχουν αντιμετωπισθεί συστημικά από το Leap μέχρι στιγμής.

Κατά συνέπεια το Leap είναι μια συσκευή όπου πρέπει διαρκώς να σκέφτεσαι που βρίσκεται το χέρι σου, τι θέση έχει σε τρεις διαστάσεις, κάτι αρκετά κουραστικό πέραν από φυσικά και νοητικά. Τέλος, οι σημερινές υπολογιστικές συσκευές κατά κανόνα δεν ταιριάζουν με το Leap. Ίσως μια μελλοντική συσκευή, απόγονος ενδεχομένως του ‘παραδοσιακού’ υπολογιστή εργασίας (desktop, laptop κλπ), με αισθητήρα μεγαλύτερης διακριτικής ικανότητας, όχι χρονικά (το Leap παίρνει δείγματα στα 290Hz) αλλά χωρικά, που θα απευθύνεται δηλαδή σε άτομα που κάθονται π.χ. πάνω σε ένα ‘έξυπνο’ τραπέζι (βλ. Microsoft Surface — το αυθεντικό, πλέον γνωστό ως PixelSense — όχι η αποτυχημένη-εμπορικά-και-φρανκενστάιν-χρηστικά-ταμπλέτα) να ήταν τελικώς πολύ εύχρηστο. Και φυσικά φαίνεται πως έχει μεγαλύτερο πεδίο εφαρμογής σε ειδικόυς τομείς, όπως π.χ. την μετάφραση νοηματικής γλώσσας σε ‘πραγματικό χρόνο’, κάτι που ήδη γίνεται από προσπάθειες όπως το MotionSavvy, ή την διάγνωση της νόσου του Πάρκινσον κλπ. Λίγους μόνο μήνες μετά την παραλαβή του Leap έμαθα για το Myo της καναδικής Thalmic Labs. Μια συσκευή που επίσης υπόσχεται πολλά, όμως παίρνει έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο για να το επιτύχει.

Τι είναι το Myo



Linode. Affordable, Fast, SSD VPS